Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

ΔΗΛΩΣΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΒΙΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ



ΔΗΛΩΣΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΒΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΡΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Μεταφρ.Ομ.Καθηγητης Πετρος Βασιλειαδης, Προεδρος του Κεντρου CEMES

Έγινε γνωστό ότι το σεβάσμιο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αποφάσισε, μετά από την απαραίτητη διαβούλευση, να αναβιώσει η αρχαία τάξη των διακονισσών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν καλύτερα οι ποιμαντικές ανάγκες του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού ιεραποστολικών ενοριών της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου, το οποίο διακονεί ολόκληρη ήπειρο της Αφρικής.
Εμείς, οι υπογράφοντες, εν ενεργεία και ομότιμοι Ορθόδοξοι καθηγητές λειτουργικής και λειτουργικής θεολογίας σε διάφορες θεολογικές σχολές και σεμινάρια στην Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, επιθυμούμε να εκφράσουμε με σεβασμό την υποστήριξή μας προς τον Μακαριότατο Πατριάρχη κ. Θεόδωρο και την περί αυτόν Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, στην προσπάθειά τους να αναβιώσει με σύγχρονη μορφή ο θεσμός των διακονισσών εντός των ορίων του Πατριαρχείου.
Η ιστορική, θεολογική, κανονική και λειτουργική εγκυρότητα του θεσμού των  διακονισσών έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια από Ορθόδοξους ερευνητές και θεολόγους. Παρόλο που η τάξη των διακονισσών σταδιακά παρήκμασε από τα τέλη του 15ου αιώνα, εν τούτοις επέζησε στις Αρχαίες Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και σε ορισμένες μοναστικές κοινότητες. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία πριν από την Επανάσταση του 1917, αλλά και πρόσφατα, έχει θεωρήσει την αποκατάσταση της. Αλλά και ο Άγιος Νεκτάριος και άλλοι σύγχρονοι Έλληνες επίσκοποι έχουν χειροτονήσει διακόνισσες. Μάλιστα, η Εκκλησία της Ελλάδας δημιούργησε μια Σχολή Διακονισσών, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε Σχολή Κοινωνικών Λειτουργών.
Η αναβίωση της γυναικείας διακονίας δεν αποτελεί καινοτομία, όπως μερικοί θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά εκ νέου ενεργοποίηση μιας ζωντανής και αποτελεσματικής παραδοσιακής διακονίας, προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία σε εξειδικευμένες γυναίκες να προσφέρουν στην υπηρεσία του λαού του Θεού την εποχή μας τα μοναδικά και ειδικά χαρίσματα, ως χειροτονημένοι και εξουσιοδοτημένοι εκπαιδευτές, ευαγγελιστές, ιεροκήρυκες, σύμβουλοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.α.
Αρχικά, ο λειτουργικός ρόλος της γυναικείας διακονίας, σύμφωνα με τις πηγές, φαίνεται ότι ήταν περιορισμένος. Οι ίδιες εκείνες πηγές μας πληροφορούν για την τελετή χειροτονίας διακονισσών, η οποία είναι εντυπωσιακά πανομοιότυπη με εκείνη των διακόνων. Εξ ίσου σημαντικό είναι, ότ και τα λειτουργικά άμφια είναι τα ίδια με αυτά των διακόνων. Η απόφαση για το ποιες πρόσθετες λειτουργικές διακονίες θα επιτελούν στην εποχή μας οι διακόνισσες, «παραμένει αποκλειστικά προνόμιο συνοδικών αποφάσεων των επισκόπων», όπως υποστηρίζει σύγχρονος θεολόγος.
Μάλιστα, η ίδια η διαδικασία αναβίωσης της γυναικείας διακονίας απαιτεί προσεκτική εξέταση πολλών άλλων παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης προετοιμασίας και εκπαίδευσης των μελών των ενοριών, που θα κληθούν να υποδεχθούν, να τιμήσουν και να σεβαστούν τις διακόνισσες, οι οποίες θα υπηρετούν σ’ αυτές. Επίσης σημαντική για τη διαδικασία της αναβίωσης του θεσμού είναι η προσεκτική διατύπωση των αρετών και των χαρισμάτων των υποψηφίων για το λειτούργημα αυτό. Ο Απόστολος Παύλος στις Ποιμαντικές του Επιστολές παρέχει οδηγίες ως προς τα προσόντα που απαιτούνται από τις υποψήφιες. Οι Ιεροί Κανόνες ορίζουν ορισμένα προσόντα, όπως η ελάχιστη ηλικία της υποψηφίας. Ωστόσο, δεν γίνεται λόγος για άλλα προσόντα, όπως η εκπαίδευση και η οικογενειακή κατάσταση της υποψηφίας. Αυτά και άλλα θέματα, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας ενδυμασίας, της αμοιβής και της μεθόδου εκχώρησης και αφαίρεσης της γυναικείας διακονίας, είναι επίσης θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Πάνω από όλα, η διαδικασία απαιτεί τον εντοπισμό, τον σωστό καθορισμό και την σαφή αναφορά του ρόλου και των λειτουργιών των διακονισσών.
Η συζήτηση για την αναβίωση της τάξης των διακονισσών υπήρξε αντικείμενο συζητήσεών μας εδώ και αρκετές δεκαετίες. Στην πραγματικότητα, ένα από τα συμπεράσματα (VIII) του Δια-ορθόδοξου συμποσίου, «Ο ρόλος των γυναικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία», που πραγματοποιήθηκε στο νησί της Ρόδου το 1988, αφορούσε αυτό το θέμα. Συμπεριλαμβάνεται σε πολλά σημεία των συμπερασμάτων: «Η αποστολική τάξη των διακονισσών πρέπει να αναβιώσει...Η αναβίωση αυτής της αρχαίας τάξης θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τα αρχαία πρότυπα που μαρτυρούνται σε πολλές πηγές ... Μια τέτοια αναβίωση θα αποτελούσε θετική ανταπόκριση σε πολλές από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου σε πολλά επίπεδα ... και ανταποκρίνεται στις αυξανόμενες ιδιαίτερες ανάγκες της εποχής μας ... Η αναβίωση των διακονισσών στην Ορθόδοξη Εκκλησία θα τονίσει με ιδιαίτερο τρόπο την αξιοπρέπεια της γυναίκας και θα αναγνωρίσει τη συμβολή της στο έργο της Εκκλησίας στο σύνολό της».
Σε γενικές γραμμές, είναι απαραίτητο να πούμε ότι μόνο δογματικά κωλύματα και κοινώς αποδεκτά έγκυρα προηγούμενα μπορούν να εμποδίσουν μια αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία να θεσπίσει λειτουργικές μεταρρυθμίσεις εντός της δικαιοδοσίας της. Λειτουργικά και κανονικά ζητήματα που έχουν συνέπειες πέραν  των ορίων των τοπικών εκκλησιών, επιλύονται γενικά με συναίνεση όλων των αυτοκέφαλων εκκλησιών. Με την ανασύσταση, όμως, της τάξης των διακονισσών δεν διακυβεύονται ούτε δογματικά ζητήματα, ούτε κανονικά προηγούμενα. Αποτελεί αναζωογονητικό στοιχείο, το ότι μια τοπική Εκκλησία αντιμετώπισε την πρόκληση, μελέτησε προσεκτικά το θέμα, και πρότεινε μέτρα για την εφαρμογή μιας σημαντικής ρύθμισης, της αποκατάστασης της τάξης των διακονισσών, μέσω ενός προσεκτικά σχεδιασμένου προγράμματος.
Υπό το πρίσμα αυτό, υποστηρίζουμε με σεβασμό την απόφαση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας να αποκαταστήσει την γυναικεία διακονία, δίνοντας σάρκα και οστά σε μια ιδέα που έχει συζητηθεί και μελετηθεί από κληρικούς και θεολόγους εδώ και δεκαετίες.
Με βαθύτατο σεβασμό και εκτίμηση
Ευάγγελος Θεοδώρου, Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Αλκιβιάδης Καλύβας, Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού
Paul Meyendorff, Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Βλαδιμήρου
Γεώργιος Φίλιας, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Παναγιώτης Σκαλτσής, καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Στυλιανός Σ. Μουξούρης, καθηγητής του Βυζαντινού Καθολικού Πανεπιστημίου
Nicholas Denysenko, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Valparaiso
Φίλιππος Ζυμάρης, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού
Ιωάννης Κλέντος, καθηγητής του Graduate Theological Union