Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ...


του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, ΑΜΕΝ
Ἀφορμή γιά τήν καταγραφή τοῦ παρόντος σχολιασμοῦ ἔδωσε ἡ συνέντευξη τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κορέας κ. Ἀμβροσίου, στό Amen.gr, ὅπου μέ τρόπο ξεκάθαρο, λόγο κρυστάλλινο καί ἀρχές ἐκκλησιολογικές διαζωγραφεῖ ἕνα θέμα τόσο σημαντικό, τό ὁποῖο ἀγγίζει τά ὅρια τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί συγχρόνως ἐπισημαίνει τόν κίνδυνο μετατροπῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σέ ἕνα μόρφωμα καί μέσο ἑνός ἰδεολογοποιημένου κρατισμοῦ.
Τό θέμα, ὅπως κάθε ἀναγνώστης ἀντιλαμβάνεται, εἶναι αὐτό τῆς Ὀρθόδοξης Διασπορᾶς, καί ἐν προκειμένῳ στήν Κορέα στήν ὁποίαν ὅπως φαίνεται ἐπιθυμεῖ νά δραστηριοποιηθεῖ παράλληλα καί μία ἄλλη ἀδελφή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ ἀποκλειστικό καί μόνο σκοπό τήν ἐφαρμογή μιᾶς ἱεραποστολικῆς παρουσίας καί δράσης μέ κριτήρια ὅμως καθαρά ἐθνοφυλετικά, τά ὁποῖα ὑποστηρίζονται καί ἀπό τήν ἀντίστοιχη κρατική κάλυψη. Ἐπιπλέον ἡ συγκεκριμένη συνέντευξη θεωρῶ ὅτι μᾶς δίνει ἀρκετούς προβληματισμούς καί ἀφορμές ὥστε ἐλεύθερα καί ἀνεπιτήδευτα νά κάνουμε καί τίς δικές μας κρίσεις καί ἀποτιμήσεις ἀλλά καί τίς ἀντίστοιχες ἑρμηνεῖες. α) Τό πρῶτο θέμα ἀφορᾶ τήν ἐφαρμογή ἐθνοφυλετικῶν ἀρχῶν στήν Ὀρθόδοξη Διασπορά. Ὁ ἐθνοφυλετισμός ὡς γνωστόν, ἄν καί καταδικάστηκε ἀπό τήν Πανορθόδοξο Σύνοδο τοῦ 1872, φαίνεται ὅτι γιά ὁρισμένες ἀδελφές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δέν ἔχει ἀκόμη ξεπεραστεῖ. Ἐθνοφυλετισμός δέν εἶναι νά σέβεται κάποιος τίς γλωσσικές ἰδιαιτερότητές του ἤ νά ὑπερασπίζεται τίς ἐθιμικές του παραδόσεις, οὔτε νά ἀγωνίζεται καί νά προβάλλει τά ἤθη καί τούς ἐκκλησιαστικούς λειτουργικούς τύπους, ἀλλά νά δημιουργεῖ ἀποκλειστικές ἐκκλησιαστικές κοινότητες, μέ βάση τά παραπάνω, καί νά προσπαθεῖ νά τά ἐπιβάλλει σέ ἐπίπεδο θεσμικό καί μέ τήν παρουσία μάλιστα ἑνός «ἐθνικοῦ» ἐπισκόπου. Τότε ὁ ἐθνοφυλετισμός καθίσταται πρόβλημα ἐκκλησιολογικό, γιατί ἐγκαθιδρύει ἕνα οἰονεῖ σχίσμα, ἀφοῦ ἡ ἐθνική ἰδιαιτερότητα, μέ ὅ,τι συνεπάγεται, σκοτώνει τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα καί ὁδηγεῖ στή διάσπαση. Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία γενικά ἀλλά καί ὡς τρόπος ἔκφρασης τῆς ἑνότητας δέν ἀπορρίπτει τήν κάθε ἰδιαιτερότητα ὅπως καί τήν κάθε ἐθνική ἑτερότητα, ὅταν αὐτή δέν ὁδηγεῖ σέ διαιρέσεις καί δέν προκαλεῖ διαστάσεις καί διασπάσεις, κι’ αὐτό γιατί στή ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἡ ἑνότητα καί γενικά ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι μόνο θέμα ἑνότητας στό ἐπίπεδο τῆς πίστης ἀλλά εἶναι καί ζήτημα θεσμικό καί χαρισματικό. Ἑνότητα μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας σημαίνει ἑνότητα στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί στό πρόσωπο τοῦ ἑνός ἐπισκόπου, σύμφωνα καί μέ τόν 5ο κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ ὁποιαδήποτε λοιπόν διατάραξη αὐτῆς τῆς θεσμικῆς καί χαρισματικῆς ἑνότητας προκαλεῖ τάσεις διάσπασης καί σχισμάτων.