Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ: Η ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ, (Απόσπασμα από την εισήγησή του στην Έδεσσα) 
 Η ΕΚΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Ο πόλεμος εναντίον του Παναγιωτάτου είχε αρχίσει ήδη από την εποχή που βρισκόμουν στο Άγιο Όρος ως μαθητής μέσω της εφημερίδος «Ελεύθερος» και κορυφώθηκε την ημέρα της ονομαστικής εορτής του Παναγιωτάτου, στις 27 Ιουλίου του 1967.
Την ημέρα εκείνη, αν και όλοι περιμέναμε την επίσκεψη του νέου υπουργού Βορείου Ελλάδος Πατίλη για να ευχηθεί στον Παναγιώτατο, εκείνος δεν ήρθε. Ήρθε όμως την επομένη, όχι για να του ευχηθεί άλλα για να ζητήσει ευθέως την παραίτησή του. Η απάντηση του Παναγιωτάτου ήταν θαρραλέα και αφοπλιστική: «Μένω κατάπληκτος», του είπε, «πώς μία εθνική κυβέρνηση αγνοεί την προσφορά μου στην πατρίδα και την Εκκλησία και μου ζητά να παραιτηθώ, όταν ούτε οι Βούλγαροι ούτε οι Γερμανοί μου ζήτησαν ποτέ κάτι τέτοιο, όταν ακύρωνα τα σχέδια τους για το καλό της πατρίδος, της Εκκλησίας και του ποιμνίου μου».
     Ο υπουργός αναγκάστηκε να αποχωρήσει άπρακτος, αλλά ανυποχώρητος, όπως απεδείχθη στη συνέχεια. Ο πόλεμος, ένας πόλεμος ύπουλος και υπόγειος, εναντίον του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης επρόκειτο να κλιμακωθεί. Στους επόμενους μήνες η κυβέρνηση έπαυσε να καλεί τον Παναγιώτατο στις επίσημες και ανεπίσημες εκδηλώσεις πού πραγματοποιούνταν στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώντας να τον υποτιμήσει. Αντ' αυτού καλούσαν τον βοηθό Επίσκοπό του, τον αείμνηστο Επίσκοπο Ταλαντίου Στέφανο, ο οποίος μετείχε πάντοτε με την ευλογία και την άδεια του Παναγιωτάτου στις εκδηλώσεις. Ακόμη και στη δοξολογία επί τη απελευθερώσει της πόλεως την ημέρα της εορτής του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, η οποία ετελέσθη παρουσία των βασιλέων, ο Παναγιώτατος δεν εκλήθη και δεν παρέστη, αλλά λειτούργησε και απεσύρθη για να τελέσει τη δοξολογία ο βοηθός Επίσκοπός του.
     Η τακτική αυτή της απομονώσης του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης συνεχίσθη, όμως εκείνος παρέμενε απτόητος, θαρραλέος, γενναίος, με βαθιά πίστη στον Θεό και στη διακονία που επιτελούσε.
     Την πρωτοχρονιά του 1968 συνέβη κάτι που δεν είχε συμβεί μέχρι τότε. Το υπουργείο είχε καλέσει και πάλι τον Επίσκοπο Ταλαντίου να τελέσει τη δοξολογία επί τω νέω έτει στον καθεδρικό ναό της του Θεού Σοφίας, όμως αυτή τη φορά, ο Επίσκοπος δεν έλαβε την ευλογία του Παναγιωτάτου για να παραστεί.
     Το πρωί της 1ης Ιανουαρίου και ενώ ετελείτο σε όλους τους ναούς της πόλεως η θεία Λειτουργία, οι εκπρόσωποι του υπουργού είχαν λάβει εντολή να αναζητήσουν τον Επίσκοπο Ταλαντίου για να τον οδηγήσουν στον καθεδρικό ναό της του Θεού Σοφίας, προκειμένου να τελέσει τη δοξολογία για το νέο έτος. Ένας μάλιστα αξιωματικός ήταν αυτός που έφθασε και μέχρι τον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως όπου ιερουργούσε ο Επίσκοπος Ταλαντίου.
     Βρισκόμουν εκεί, γιατί ο ναός του αγίου Γεωργίου ήταν ο ναός της ενορίας μου, και έτσι ήμουν παρών στη φοβερή σκηνή που διαδραματίσθηκε μέσα στο ιερό Βήμα μεταξύ του αξιωματικού και του Επισκόπου. Ενώ ο Θεοφιλέστατος βρισκόταν ενώπιον της Αγίας Τραπέζης εν ώρα λειτουργίας, τον πλησίασε ο αξιωματικός και με επιτακτικό ύφος του ζήτησε να μεταβεί στον ναό της Αγίας Σοφίας κατ' εντολή της κυβερνήσεως. Τα λόγια του Θεοφιλέστατου ήταν ξεκάθαρα και δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις του: «Εντολές», απήντησε, «δέχομαι μόνο από την προϊσταμένη μου αρχή, και αυτή είναι ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων, και κανείς άλλος». Ο αξιωματικός θυμωμένος απείλησε ότι θα επιβληθούν κυρώσεις, για να ακούσει την ήρεμη και σεμνή απάντηση του Επισκόπου: «για τέτοιες στιγμές ζούμε».
     Την επομένη ημέρα, 2 Ιανουαρίου 1968, ενώ όλοι οι υπάλληλοι βρισκόμασταν στα γραφεία της Μητροπόλεως, πληροφορηθήκαμε ότι ο υπουργός Βορείου Ελλάδος Πατίλης κάλεσε τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο στο γραφείο του. Όταν εκείνος επέστρεψε, εξιστόρησε στον Παναγιώτατο το δριμύ κατηγορώ του υπουργού εναντίον τους, και τον σκαιό τρόπο με τον οποίο του συμπεριεφέρθη. Πριν καλά καλά ολοκληρώσει την εξιστόρηση των όσων συνέβησαν, έφθασαν άνδρες της ασφαλείας και με εντολή του υπουργού επέβαλαν τον κατ' οίκον περιορισμό του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου.
     Ήρεμος και χωρίς να καμφθεί εκείνος ακολούθησε «ως αμνός άκακος» τους διώκτες του και περιορίσθη στον επάνω όροφο του Μητροπολιτικού Μεγάρου, όπου ευρίσκετο η κατοικία του, και εφυλάσσετο αυστηρά νύκτα και ήμερα από τρεις αστυνομικούς. Ο κατ' οίκον περιορισμός περιελάμβανε τη διακοπή όλων των τηλεφωνικών συνδέσεων και την απαγόρευση προς όλους μας να επικοινωνούμε με τα εσωτερικά τηλέφωνα με τον Παναγιώτατο.
     Η ταλαιπωρία στην οποία άδικα υπεβάλλετο ο Παναγιώτατος μας έθλιβε όλους υπερβολικά, περισσότερο όμως την ηλικιωμένη μητέρα του, τη γερόντισσα κ. Ελένη, η όποια όχι μόνο επληροφορήθη τις εξελίξεις, αλλά και ζούσε την ταλαιπωρία του υιού της, γεγονός που την έκαμψε ιδιαίτερα. Απόδειξη της αυστηρότητας των μέτρων εναντίον του Παναγιωτάτου ήταν ότι, όταν κάποια ημέρα η μητέρα του έπεσε, έσπασε το πόδι της και μετεφέρθη σε κοντινή κλινική, δεν επετράπη στον Παναγιώτατο να την επισκεφθεί χωρίς τη συνοδεία αστυνομικών.
     Η σκληρότητα των μέτρων φρούρησης δεν άφησε αδιάφορους ούτε τους ίδιους τους αστυνομικούς, κάποιοι από τους οποίους αρνήθηκαν αυτήν την υπηρεσία. Ένας μάλιστα από αυτούς είπε ότι αν τον πίεζαν θα αυτοκτονούσε, διότι του ήταν αδύνατο να φρουρεί έναν άγιο Επίσκοπο ο όποιος ελευκάνθη στη διακονία της Εκκλησίας.
     Την ημέρα των Θεοφανείων ο Παναγιώτατος παρέμεινε έγκλειστος στο διαμέρισμά του, ζήτησε όμως στο τέλος της θείας Λειτουργίας να κοινωνήσει. Για τον σκοπό αυτό ο διάκονος του Μητροπολιτικού ναού του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά π. Δημήτριος Γρόλλιος και νυν Επίσκοπος Θερμών, μετέφερε με τη συνοδεία αστυνομικού τα άχραντα μυστήρια. Εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία πήρα μια λαμπάδα για να προπορευθώ του αγίου Ποτηριού και να μπορέσω και εγώ να αντικρύσω τη λάμπουσα μορφή του Παναγιωτάτου, ο οποίος κατήλθε την εσωτερική σκάλα του Μητροπολιτικού μεγάρου με τη συνοδεία αστυνομικών ως κακούργος για να υποδεχθεί το σώμα και το αίμα του Κυρίου.
     Και όλα αυτά συνέβαιναν παρά τις πολλές κινητοποιήσεις και εκδηλώσεις συμπαράστασης πού οργανώθηκαν από πάρα πολλούς φορείς υπέρ του Παναγιωτάτου, όπως από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, από τον κλήρο της Ιεράς Μητροπόλεως, από διάφορα Ιδρύματα και Συλλόγους, ακόμη και από ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Όλοι διαμαρτύρονταν για την άπρεπη στάση της κυβέρνησης απέναντι στον σεπτό και άγιο Ιεράρχη, αλλά όλα γίνονταν εις ώτα μη ακουόντων.
     Παραμονή του αγίου Αντωνίου εδόθη η εντολή να σταματήσει ο κατ' οίκον περιορισμός του Παναγιωτάτου, όχι γιατί οι κυβερνώντες είχαν μεταβάλει άποψη,  αλλά επειδή στο διάστημα αυτό είχαν μεθοδεύσει τον νόμο 214 «περί έξωθεν καλής μαρτυρίας». Ο Παναγιώτατος συνέχισε τη διακονία του χωρίς να καμφθεί ούτε από νόμους ούτε από εκφοβισμούς, όπως συνέβη, δυστυχώς, με άλλους αρχιερείς. Παρέμεινε ακλόνητος μέχρι την ημέρα που ήρθε στη Θεσσαλονίκη ως ανακριτής εκ μέρους της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ό Μητροπολίτης Κερκύρας Πολύκαρπος. Αυτός, ενώ είχε εντολή να σχηματίσει φάκελο με τις κατηγορίες εναντίον του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, δεν κατέληξε σε κανένα πόρισμα, διότι ακόμη και οι μάρτυρες κατηγορίας μετεβλήθησαν σε μάρτυρες υπεράσπισης.
     Είχε όμως ήδη αποφασισθεί η διαδικασία να συνεχισθεί με τη δίκη του Παναγιωτάτου στο Συνοδικό Δικαστήριο˙ η απόφαση της απομάκρυνσής του ήταν ήδη είλημμένη.
     Την ημέρα που ορίσθηκε η δίκη, 28 Φεβρουαρίου 1968, βρέθηκα και εγώ μαζί με αρκετούς κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης στην Αθήνα. Έξω από Συνοδικό Μέγαρο στην οδό αγίας Φιλοθέης, όπου διεξήγετο η δίκη του Παναγιωτάτου, περιμέναμε και εμείς με πολλή αγωνία την έκβασή της, παρατηρώντας κάθε κίνηση που θα μπορούσε να είχε σχέση με το θέμα που μας απασχολούσε.
     Μείναμε εκεί σχεδόν ακίνητοι όλη την ημέρα, μέσα στο ψύχος του Φεβρουαρίου, και περιμέναμε με σφιχτά τα χείλη και ακόμη πιο σφιγμένη την καρδιά. Οι ώρες περνούσαν και η αγωνία μας μεγάλωνε, μέχρι που αργά το απόγευμα πληροφορηθήκαμε ότι η δίκη είχε τελειώσει.
Η αγωνία όλων μας είχε φθάσει στο απροχώρητο. Τι να είχε συμβεί; Ήταν η ερώτηση που βασάνιζε όλους μας. Ποια να ήταν η απόφαση; Ένας ένας άρχισαν να εξέρχονται οι Αρχιερείς από το Συνοδικό Μέγαρο με τα πρόσωπα σκυμμένα και, θα έλεγα, σκοτεινιασμένα - έτσι μου φάνηκαν - από το έγκλημα το οποίο διέπραξαν, ενώ σε λίγο, μετά από αυτούς, εξήλθε ο Παναγιώτατος. Πλήθος κόσμου τον περίμενε για να μάθει την απόφαση. Κληρικοί, καθηγητές Πανεπιστημίου, Ακαδημαϊκοί τον περικύκλωσαν και τον ρωτούσαν. Και εκείνος ήρεμα με κάποια ελαφρά ειρωνεία στις λέξεις του είπε: «Πολλές κατηγορίες, πολλές κατηγορίες. Μας κατεδίκασαν». Παρ' όλη την ταλαιπωρία και την κούραση, που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, η μορφή του μου φάνηκε γαλήνια και φωτεινή, έκφραση της καθαρής συνείδησής του.
     Και ήταν τόση η εντύπωση που μου έκανε, ώστε όταν τηλεφώνησα στο σπίτι μου για να ενημερώσω τους οικείους μου για την έκβαση της δίκης, είπα στην αδελφή μου που απάντησε στο τηλέφωνο, «βγάλτε τη φωτογραφία του Παναγιωτάτου από το σαλόνι και βάλτε την στο εικονοστάσι. Για μένα είναι ένας άγιος, ένας σύγχρονος μάρτυρας».
     Σε λίγο βρεθήκαμε όλοι μαζί στο σπίτι του, στην Πλάκα, το όποιο είχε κατακλυσθεί από πολλούς φίλους και συγγενείς που περίμεναν με αγωνία. Στο πλατύσκαλο τον περίμενε η αδελφή του, αείμνηστη Αικατερίνη, και καθώς εκείνος ανέβαινε τη σκάλα τον ρώτησε: «Τι αποφάσισαν, Παναγιώτατε;» «Πολλές κατηγορίες», της είπε, «Αικατερίνη», και εισήλθε στο σπίτι. Κάθισε και τότε άρχισε να αφηγείται όσα διημείφθησαν στη δίκη. Μας είπε και για την προσπάθεια δύο συνοδικών, του Μητροπολίτου Πατρών Κωνσταντίνου και του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Δαμασκηνού, οι οποίοι εξήλθαν από την αίθουσα στην όποια συνεδρίαζε το συνοδικό δικαστήριο και ενδάκρυες επιχείρησαν να τον πείσουν να παραιτηθεί για λόγους υγείας, υποσχόμενοι ότι στη συνέχεια θα τον αποκαθιστούσαν στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Και εκείνος πολύ σοφά τους απήντησε: «Ποιος μου εγγυάται ότι μετά την υπογραφή μου δεν μπορεί να πεθάνω και να μείνει ως σκοτεινή σελίδα στη διακονία μου αυτή ή παραίτηση;». Έτσι αρνήθηκε να παραιτηθεί, αρνήθηκε να εγκαταλείψει την Εκκλησία στην οποία ο ίδιος ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός τον είχε ορίσει ποιμένα και επίσκοπο. Αρνήθηκε να καταπατήσει τις υποσχέσεις του ενώπιον του Θεού κατά την ημέρα της αρχιερατικής του χειροτονίας και τους κανόνες της Εκκλησίας. Και ζήτησε από τους αρχιερείς, εάν είναι ένοχος, να τον καταδικάσουν, ειδάλλως, όπως χαρακτηριστικά είπε, «να με αποδώσετε λευκόν, ως δια της χάριτος του Θεού είμαι, εις την  Εκκλησίαν και εις τον θεόθεν λαχόντα μοι λαόν».
     Όταν στο τέλος της διαδικασίας τον κάλεσαν για να του ανακοινώσουν την απόφαση του Συνοδικού Δικαστηρίου και ο Παναγιώτατος ρώτησε με πόσες ψήφους είχε καταδικασθεί, ο Πρόεδρος απήντησε «παμψηφεί», ενώ δεν ήταν αλήθεια. Τότε ο Παναγιώτατος απήντησε: «Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου, διαμαρτύρομαι ενώπιον Θεού και του χριστιανικού κόσμου, δια την λίαν άδικον και άγαν αντικανονικήν κατ' εμού απόφασιν ... Εκ της αιθούσης ταύτης, ήτις είναι εις εκ των πολλών μαρτύρων της εν φόβω Θεού πάντοτε τεσσαρακονταπενταετούς εκκλησιαστικής διακονίας μου, εξέρχομαι με το μέτωπον υψηλά και την συνείδησιν ήσυχον, βέβαιος ότι δια το πλήρωμα
της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν τη μεγίστη αυτού πλειονότητι και τας απανταχού της γης κανονικώς διοικούμενας αγίας του Χριστού Εκκλησίας, η ταπεινότης μου είμαι και θα είμαι δια βίου Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ζη Κύριος ο Θεός!»
     Κάποια στιγμή και ενώ όλοι ήταν προσηλωμένοι σε όσα έλεγε ο Παναγιώτατος ένας εκ των ιερέων της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ο π. Κωνσταντίνος Νικολακάκης, τον ρώτησε δείχνοντας εμένα: «Παναγιώτατε, τι θα τον κάνουμε αυτόν τον μικρό που κλαίει;» Και ο Παναγιώτατος, στρεφόμενος προς έμενα, μου είπε: «Ιωάννη, όταν κατεδικάσθη ο Κολοκοτρώνης, μαζί του κατεδικάσθη και ο εξάδελφός του, ο οποίος, όταν άκουσε την καταδικαστική απόφαση εις βάρος τους, δάκρυσε· τότε ο Κολοκοτρώνης στρεφόμενος προς αυτόν του είπε "εξάδελφε, ντροπή". Αυτό θα σου πω και σένα, «Ιωάννη, ντροπή».
     Όλοι έμειναν κατάπληκτοι πώς μετά από τόση ταλαιπωρία βρήκε το κουράγιο αυτός ο υπέροχος και πνευματοφόρος ιεράρχης να μην αγανακτεί, να μην υβρίζει, αλλά να αντιμετωπίζει τη δοκιμασία με υπομονή και γενναιότητα, επιδιώκοντας μέσω αυτής την ψυχική ωφέλεια των ανθρώπων που του συμπαρίοταντο.
     Μετά από δύο τρεις ημέρες, το Σάββατο της Τυρινής, ο Παναγιώτατος επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη με το αυτοκίνητό του. Στο Μητροπολιτικό Μέγαρο παρά τον φόβο της Ασφάλειας τον περίμεναν όλοι οι κληρικοί της Μητροπόλεως, για να του εκφράσουν την αγάπη τους, τη συμπάθειά τους αλλά και τον πόνο τον οποίο είχαν στην ψυχή τους και εκδηλωνόταν με δάκρυα. Και πάλι ο Παναγιώτατος στάθηκε στην αίθουσα του θρόνου εν μέσω των ιερέων, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και η ελαχιστότης μου, για να τους απευθύνει λόγους παρηγορητικούς και ενισχυτικούς, για να τους στηρίξει και να τους προετοιμάσει για τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν μετά τη δική του αποχώρηση.
     Μας κοίταξε όλους πατρικά και ύστερα άρχισε με τους λόγους του Κυρίου: «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν...». Τους είπε πως θα πρέπει να μένουν σταθεροί στον Θεό και στη διακονία τους, πιστοί και αφοσιωμένοι στην Εκκλησία και την αποστολή τους.
     Την επόμενη ημέρα, Κυριακή της Τυρινής, ο μητροπολιτικός ναός του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά είχε κατακλυσθεί από χιλιάδες ευσεβείς χριστιανούς, οι όποιοι πονεμένοι και θλιμμένοι εξαιτίας όσων είχαν συμβεί στον καλό ποιμένα τους, έσπευσαν στον εσπερινό της συγχωρήσεως, παρότι δεν ήξεραν αν θα είναι παρών ό Παναγιώτατος.
     Εκείνος όμως ήταν παρών. Εισήλθε διακριτικά από την πλαγία πύλη του ναού χωρίς να τον δει κανείς, αλλά την ώρα που άνοιξε η Ωραία Πύλη για να βγει και να ανέλθει στον θρόνο, μία φωνή βγαλμένη από τα χείλη όλων έσεισε τον ναό: «άξιος». Και η λέξη επαναλαμβανόταν συνέχεια και γινόταν ιαχή: «άξιος, άξιος». Και ο Παναγιώτατος στάθηκε για μερικά λεπτά ακίνητος κάτω από τον κεντρικό πολυέλαιο με δάκρυα στα μάτια. Ύστερα ανήλθε στον θρόνο. Έγινε ο εσπερινός και στο τέλος μίλησε, ζήτησε συγχώρηση από όλους, όπως το έκανε κάθε φορά. Και πάλι ο λαός ξεχύθηκε στα «άξιος». Και όλοι έμεναν ακίνητοι. Κανείς δεν έλεγε να φύγει, παρότι είχαν ασπασθεί το χέρι του. Έμεναν και συνέχιζαν τα «άξιος». Μέχρι που ο Παναγιώτατος αποχώρησε και πάλι από την πλάγια πύλη και ανέβηκε στο Επισκοπείο. Όμως το πλήθος παρέμενε συγκεντρωμένο κάτω από τα παράθυρα του Μητροπολιτικού Μεγάρου παρά την απαγόρευση των συγκεντρώσεων που υπήρχε και παρά την παρουσία δεκάδων αστυνομικών. Και θα παρέμεναν εκεί, αν ο ίδιος ο Παναγιώτατος δεν τους παρακαλούσε μέσω των ιερέων να φύγουν, γιατί δεν ήθελε να πάθει κανείς τίποτε εξαιτίας του.
     Έτσι άρχισε εκείνος αθόρυβα και ταπεινά, χωρίς να δημιουργεί προβλήματα, να συγκεντρώνει τα πράγματα του για να αποχωρήσει για την Αθήνα. Πριν από την αποχώρηση του ο Παναγιώτατος τέλεσε δύο προηγιασμένες θείες λειτουργίες. Η μία στην Ιερά Μονή Πανοράματος, που είχε ο ίδιος ιδρύσει, για να αποχαιρετίσει τη Γερόντισσα Θεοδώρα και όλες τις μοναχές. Η δεύτερη στην Ιερά Μονή της Αγίας Θεοδώρας, παρουσία όλων των μοναχών της Μονής και των πνευματικών του τέκνων.
     Ένα πρωί, χαράματα ήταν, τοποθετήσαμε τα πράγματά του στο αυτοκίνητο και ο Παναγιώτατος ξεκίνησε για την Αθήνα. Ήμασταν δύο τρεις παρόντες στην αναχώρησή του. Ο τότε πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως και νυν Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδων, ο διάκονος π. Νικόλαος Τζώρτζης, ο π. Δημήτριος Γρόλλιος και η ελαχιστότης μου. Με σφιγμένη την ψυχή από τη θλίψη ασπασθήκαμε το χέρι του, τον αποχαιρετήσαμε και πήραμε την ευχή του. Και όταν είδαμε την πόρτα του αυτοκινήτου να κλείνει και να απομακρύνεται, νιώσαμε να κλείνει μία σελίδα στην εκκλησιαστική ιστορία της Θεσσαλονίκης, νιώσαμε το βάρος του αποχωρισμού από τον πνευματικό μας πατέρα να μας συνθλίβει. Και ήταν τόση η θλίψη και η πίεση της στιγμής που μόλις το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε ο πρωτοσύγκελλος ανελύθη σε κλάματα, αφού είχε σηκώσει με βουβό πόνο όλο αυτό το διάστημα τον σταυρό της δοκιμασίας του Παναγιωτάτου».