Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Σύντομο αφιέρωμα στον Μακαριστό Μητροπολίτη Κυρό Παντελεήμονα: Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΤΟΝ

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΤΟΝ
Ξενοφών Ν. Καράπας Μέλος της οικογένειάς του
Υποστηρίζεται μέχρι σήμερα από ορισμένους, ότι o Μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου, αμφισβητούσε πλήρως το δικαίωμα του Οικουμενικού Θρόνου να δέχεται «έκκλητες» αναφορές και ήταν «ασυνεπής» στις απόψεις του μεταξύ των ετών 1965 και 1968. Εκτιμώ ότι η παραπάνω άποψη είναι αυθαίρετη και λανθασμένη και τούτο, διότι θεμελιώνεται σε ένα ετεροχρονισμένο σκεπτικό, δηλαδή ταύτισης διαφορετικών καταστάσεων και γεγονότων.
Το 1965, όπου υπήρχε σχετικά ομαλός πολιτικός και εκκλησιαστικός βίος, εξελίσσεται η περίπτωση του Μητροπολίτη Δράμας Φιλίππου, ο οποίος δικάσθηκε και καταδικάσθηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, με όλες τις δικονομικές εγγυήσεις σύμφωνα με το Σύνταγμα, τους Νόμους και τους Ιερούς Κανόνες.
Το 1968, είναι η περίοδος της Χούντας, όπου υπήρχε απόλυτα ανώμαλο πολιτειακό και εκκλησιαστικό καθεστώς, με αποτέλεσμα το δικαστικό σφαγιασμό του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα και τούτο, διότι λόγω της απουσίας των θεσμοθετημένων εκκλησιαστικών και άλλων δικονομικών εγγυήσεων, έτυχε μίας παρωδίας δίκης σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, σύμφωνα με τον Αναγκαστικό Νόμο 214/67 της Χούντας και κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων.
Η οικογένειά μου, είχε την ευλογία και την τύχη να συγκατοικεί με τον Μακαριστό Παντελεήμονα κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και κατά συνέπεια μου δόθηκε η ευκαιρία να συζητώ μαζί του, για τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα κατά την εποχή εκείνη. Πέραν όμως τούτου, ο Μακαριστός Παντελεήμων εμπιστεύτηκε το προσωπικό του αρχείο σε μένα και τη σύζυγό μου (κόρη της μοναδικής του αδερφής), δίνοντάς μου μέσα από αυτό την ευκαιρία να παραθέσω σήμερα τις απόψεις του κατά το 1965 (και στη συνέχεια κατά το 1968 ) σχετικά με το έκκλητο και κυρίως να αποδείξω ότι ο συσχετισμός των δυο περιπτώσεων δεν είναι επιτυχής.
Οι δυο αυτές περιπτώσεις δεν συγκρίνονται ως προς τα ποιοτικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους, όπως προκύπτει από το αρχείο του και την εισήγηση που έκανε προς τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο το 1965. Πριν όμως παραθέσω αποσπάσματα από τα κείμενα αυτά, θεωρώ απαραίτητο, να αναφερθώ στα αισθήματα αληθινής αγάπης, υιικού σεβασμού και αφοσίωσης, προς την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως που διακατείχαν σε όλη τη ζωή του τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Παπαγεωργίου. Διότι εσφαλμένα κάποιοι, θεώρησαν την αντίθεσή του στην έκκληση του πρώην Δράμας Φιλίππου, ως «εχθρική πράξη» κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Θα ήθελα να επισημάνω ότι από το αρχείο του διαφαίνεται διάχυτος ο σεβασμός του Μακαριστού Παντελεήμονα προς τον Οικουμενικό Θρόνο, τον οποίο υπηρέτησε ευόρκως, όπως επίσης και τον εκπροσώπησε σε δύσκολες περιόδους επαξίως, πιθανόν όσο κανείς άλλος Ιεράρχης μέλος της Ιεραρχίας της Ελλαδικής Εκκλησίας μέχρι τότε. Γι’ αυτό το λόγο είχε λάβει επιστολές «μετά επαίνων», από τους Μακαριστούς Οικουμενικούς Πατριάρχες Μάξιμο Ε΄ και Αθηναγόρα.
Ο Μακαριστός Παντελεήμων θεωρούσε τον εαυτό του Ιεράρχη του Οικουμενικού Θρόνου και ήταν συνειδητός «Πατριαρχικός», ο θυρεός του Οικουμενικού Θρόνου ήταν ψηλά αναπεπταμένος στην Αρχιερατική του συνείδηση. Ο Μακαριστός Παντελεήμων ήταν πάντοτε πρωτοπόρος και στυλοβάτης των ανά την οικουμένη επιδιώξεων του Οικουμενικού Θρόνου (Οικουμενική Κίνηση, Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, Πατριαρχικός Έξαρχος στα Δωδεκάνησα κλπ.). Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο άσπονδος «φίλος» του αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Στράγκας, τον κατηγορούσε ότι εμφορείτο από «φιλοπατριαρχικοαθηναγόρειο φρόνημα» (Εκκλησίας της Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817-1967, τ. Στ, Αθήνα 1980, σελ. 4278).
Τώρα ως προς το ζήτημα που μας απασχολεί, η πλήρης αλήθεια διαφαίνεται αν παρακολουθήσουμε διαδοχικά τις απόψεις που διατύπωσε ο ίδιος ο Μακαριστός Παντελεήμων σε διαφορετικές χρονικά περιστάσεις.

Απόψεις του κατά το 1963
Τις απόψεις του για το ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και για τη σχέση του με την Εκκλησία της Ελλάδος, ο Θεσσαλονίκης Παντελεήμων είχε εκφράσει ολοκάθαρα και είχε διακηρύξει με τον πιο επίσημο τρόπο, κατά την μεγαλειώδη υποδοχή του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα στον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης την 27η Ιουλίου 1963. Στην προσφώνησή του προς τον Πατριάρχη, μεταξύ των άλλων, είχε πει:
«Ἡ πρώτη τῶν Ἐκκλησιῶν, ὁ Μέγας ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ περίβλεπτον τοῦτο πρᾶγμα καὶ ὄνομα, ἡ ἐξ ἀρχῆς τῶν χριστιανῶν Μητρόπολις, τιμᾶ σήμερον, διὰ τῆς ἐπισκέψεως τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος, τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Θεσσαλονίκης, πρώτην ἐξ ἀρχῆς Μητρόπολιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ἐν ᾧ χώρῳ ἐκτείνεται ἡ ἐπικράτεια τοῦ σημερινοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Οἱ ἐν Χριστῷ πνευματικοὶ δεσμοὶ τῶν δύο τούτων Ἐκκλησιῶν διετηρήθησαν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ διατηροῦνται πάντοτε κατ’ ἐξοχὴν ὡραῖοι καὶ ἱεροὶ καὶ ὅλως ἀδιάρρηκτοι, ὥστε νὰ διαμένη πάντοτε ἀμείωτος ἡ κανονικὴ ἐν Χριστῷ ὑπαγωγὴ καὶ ἀφοσίωσις τῆς θυγατρὸς Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης πρὸς τὴν Μητέρα Μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως».(1)
Όμως την ίδια στιγμή, ενώ αναγνώριζε πλήρως την εξαιρετική θέση και πρωτοπορία του Οικουμενικού Θρόνου μέσα στη ζωή, στη συνεργασία και στην ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών, δεν παρέλειψε να τονίσει αυτό που αποτελεί βασικό γνώρισμα της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας και καθορίζει τη διαφορά μεταξύ του «πρωτείου» της Ορθοδόξου Κωνσταντινουπόλεως και της παπικής ιδέας περί «πρωτείου παγκοσμίου εξουσίας» της Ρώμης, ότι δηλαδή η εξέχουσα θέση του πρωτοθρόνου Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως συνυπάρχει αρμονικά με την διοικητική αυτοτέλεια των άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών΄.
«Ἡ πρωτόθρονος Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπιτελεῖ κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ καθῆκον αὐτῆς, συμφώνως πάντοτε πρὸς τὴν ἐκ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῆς ἀρχαίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πράξεως δοθεῖσαν εἰς αὐτὴν πρωτοβουλίαν καὶ πρωτοπορίαν ἐν τῇ ζωῇ καὶ κινήσει καὶ δράσει τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος, τοῦθ’ ὅπερ, ὡς καὶ ἡ ἀρχαία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρᾶξις μαρτυρεῖ, οὐδόλως καταλύει τὴν αὐτοτέλειαν καὶ τὸ κυρίαρχον μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐπὶ μέρους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν». (2) Από τα ανωτέρω εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι κατά το 1963 ο Θεσσαλονίκης Παντελεήμων υποστήριζε σαφώς:
α) ότι η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης παραμένει Μητρόπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με σχέση «θυγατρός προς Μητέρα» , παρά την από το 1928 διοικητική συνένωσή της με την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος .
β) ότι η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος, με την οποία από το 1928 συνενώθηκαν διοικητικά και οι πατριαρχικές μητροπόλεις των «Νέων Χωρών», είναι ως πρός τη διοίκηση «αυτοτελής και κυρίαρχος».
γ) ότι εντός του συνόλου των Ορθοδόξων Εκκλησιών «ὡς ἑνιαίου σώματος» το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει πρωταρχικό και θεμελιώδη ρόλο για την ενότητα, τη συνεργασία και την κοινή δράση τους.

Απόψεις του κατά το 1965
Την 20ή Οκτωβρίου 1964 στην Αθήνα, το Συνοδικό Δικαστήριο με προεδρεύοντα τον Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα (ως αντιπρόεδρο τότε της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου) και μέλη τους άλλους 11 συνοδικούς αρχιερείς, επί τη βάσει συγκεκριμένων κατηγοριών και με αποδεικτικά στοιχεία, έκρινε ομοφώνως ένοχο τον Μητροπολίτη Δράμας Φίλιππο. Ως προς την ποινή, η πλειοψηφία των 7, με επικεφαλής τον Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα, τον κήρυξε έκπτωτο από το θρόνο του, ενώ οι υπόλοιποι 5 είχαν προτείνει εξάμηνη αργία. Ο Δράμας Φίλιππος, όπως εδικαιούτο, έκανε έφεση στο Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο. Εκείνο, την 20ή Νοεμβρίου, με προεδρεύοντα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Χατζησταύρου και μέλη άλλους 14 (μη συνοδικούς) αρχιερείς, επικύρωσε ομοφώνως την απόφαση περί της ενοχής και με πλειοψηφία 12 Αρχιερέων, συμπεριλαμβανομένου του Αρχιεπισκόπου επικύρωσε και την ποινή της εκπτώσεως, ενώ οι υπόλοιποι 3 (Ιωαννίνων Σεραφείμ, Πρεβέζης Στυλιανός και Μηθύμνης Κωνσταντίνος) πρότειναν εξάμηνη αργία. Η υπόθεση είχε κλείσει νομικώς και κανονικώς. Όμως ο πρώην Δράμας Φίλιππος αιφνιδίασε με δεύτερη έφεση, αυτή τη φορά απευθυνόμενος με έκκληση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Όμως, όπως διαπιστώνεται από το Αρχείο του Μακαριστού Παντελεήμονα, η Νομική Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος γνωμοδότησε ότι στο Σύνταγμα (που ίσχυε το 1964), στο άρθρο 2, δεν γινόταν καμία διάκριση μεταξύ «Αυτοκεφάλου Εκκλησίας» και «Πατριαρχικών Μητροπόλεων», ολόκληρη η Εκκλησία της Ελλάδος ονομαζόταν «αυτοκέφαλος» και απαγορευόταν ρητώς οποιαδήποτε ανάμειξη άλλης Εκκλησίας στην διοίκησή της «.....εἶναι δὲ αὐτοκέφαλος, ἐνεργοῦσα ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης Ἐκκλησίας τὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα». Βέβαια στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που ίσχυε από τον Σεπτέμβριο του 1943, αναγνωριζόταν ρητώς η διάκριση μεταξύ της «Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος» και των « Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου» (άρθρα 1 και 4), όμως δεν υπήρχε καμία διάκριση ως προς τις δικαστικές διαδικασίες, ούτε αφηνόταν περιθώριο για έκκλητο προς τον Οικουμενικό Θρόνο (άρθρα 20 και 24). Η ανάμειξη λοιπόν του Οικουμενικού Θρόνου στην υπόθεση του πρώην Δράμας Φιλίππου, θα μπορούσε να επιδεινώσει τις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία στην Ελλάδα, καθώς ήταν βέβαιο, ότι η Πολιτεία θα την θεωρούσε «αντισυνταγματική» ενέργεια και θα αρνούνταν να την εγκρίνει, εάν η απόφαση του Πατριαρχείου διέφερε από εκείνη του Δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου της 20ής Νοεμβρίου 1964.
Επειδή το πρόβλημα ήταν σύνθετο (νομοκανονικό), η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ανέθεσε σε επιτροπή με πρόεδρο τον Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα, να ερευνήσει τους σχετικούς Ιερούς Κανόνες και να συντάξει νομοκανονική γνωμάτευση συνεκτιμώντας και τις απόψεις της Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Από αυτή τη γνωμάτευση, παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα σε τρεις ενότητες.

Α΄
«…..Ὅτι δὲ αἱ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπαχθεῖσαι Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ οἱ Μητροπολῖται αὐτῶν συγκροτοῦσι μετὰ τῶν Μητροπόλεων καὶ τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὴν «Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος» καὶ οὐδεμίαν διοικητικῆς ἢ δικαστικῆς φύσεως ἐξάρτησιν ἢ ἀναφορὰν πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἔχουσιν, εἶναι ἤδη, ἐκ τῆς πράξεως καὶ τῶν οἰκείων διατάξεων, γνωστὸν καὶ δὲν χρήζει ἰδίας ἐνταῦθα ἀναπτύξεως. Κατὰ ταῦτα καὶ ὁ Σέβ. Μητροπολίτης πρώην Δράμας, ὡς Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐδικάσθη καὶ κατεδικάσθη κανονικῶς καὶ νομίμως (ὑπὸ δώδεκα Ἐπισκόπων τὸ πρῶτον, κατὰ τὸν ΙΒ’ τῆς ἐν Καρθαγ. καὶ «Μείζονος Συνόδου» κατὰ τὸν ΣΤ’ τῆς Β’ τὸ δεύτερον). Βάσει καὶ τοῦ εἰδικοῦ Νόμου, δι’ οὗ ἐπεκυρώθη ἡ μεταξύ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σύμβασις περὶ ὑπαγωγῆς, κατὰ τοὺς Ἱ. Κανόνας, τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος Μητροπόλεων τινῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἐν τῷ Νόμῳ τούτῳ, εἰδικῶς καὶ σαφῶς ὁρίζεται ὅτι οἱ Μητροπολῖται τῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ὑπαχθεισῶν Μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δικάζονται ὡς καὶ οἱ Μητροπολῖται τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι λοιπόν, ἡ καταδίκη τοῦ Σεβ. Πρώην Δράμας τελεσίδικος, τηρηθεισῶν πασῶν τῶν οἰκείων κανονικῶν καὶ νομίμων διατάξεων, διὰ τῶν, Πρωτοβαθμίου καὶ Δευτεροβαθμίου, Συνοδικῶν Δικαστηρίων, ἤτοι «Συνόδου Ἀρχιερέων» καὶ «Μείζονος Συνόδου» τῆς αὐτῆς οἰκείας Ἐπαρχίας.,Σημειωτέον ἐνταῦθα ὅτι, ὡς καὶ ἀνωτέρω ἐγράφη, ἡ περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ ἀπόφασις ἀμφοτέρων τῶν Δικαστηρίων ἐλήφθη παμψηφεί, οὐδεμίαν διὰ τοῦτο ἐπιτρέπουσα προσφυγὴν εἰς ἕτερον Δικαστήριον κατὰ τὸν ΙΕ’ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου. «Τὸν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ἐπισκόπων καταδικασθέντα Ἐπίσκοπον μηκέτι παρ’ ἑτέρας Συνόδου δικάζεσθαι, ἀλλὰ μένειν βεβαίαν τὴν σύμφωνον τῶν τῆς Ἐπαρχίας Ἐπισκόπων ἀπόφασιν».

Β΄
…Δύναται, βεβαίως, εἰς ἁπλῆν ἠθικὴν ἐνίσχυσιν, νὰ προσφύγη τις εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν θρόνον, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ προσφυγὴ αὐτή ὡς ἔκκλησις ἐν ᾗ ἐννοίᾳ ἐπιθυμεῖ ταύτην ὁ Σεβ. Πρ. Δράμας. Εἶναι, κατὰ ταῦτα, καὶ δὴ ἐν ταῖς ἡμέραις ὑμῶν, (1965) ὑπερβολὴ ἀπαράδεκτος ἡ γνώμη τῆς σεβασμίας Πατριαρχικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἔχει τὸ ἔκκλητον ἐπὶ ζητημάτων καὶ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἁπανταχοῦ της Ὀρθοδοξίας… Ὅρα καὶ τὸν Β’ τῆς Β΄Οἰκουμενικῆς «… φυλαττομένου δὲ τοῦ προγεγραμμένου περὶ τῶν διοικήσεων Κανόνος, εὔδηλον ὡς τὰ καθ’ ἑκάστην Ἐπαρχίαν ἡ τῆς Ἐπαρχίας Σύνοδος διοικήσει, κατὰ τὰ ἐν Νικαίᾳ ὡρισμένα». Μόνον ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας καὶ δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐξουσίαν ἐπὶ πάσης Ἐκκλησίας.
…Βάσει τῶν ἀνωτέρω Ἱ. Κανόνων καὶ τὸ ἔκκλητον τῶν Πατριαρχῶν, ὅπου τοῦτο χωρεῖ, ἰσχύει μόνον ἐντὸς τῶν οἰκείων αὐτῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν οἱ Κανόνες Θ’ καὶ ΙΖ’ τῆς Δ’ Οἰκουμ. Συνόδου ὡς ἀναγνωρίζοντες εἰς τὸν Οἰκουμ. Πατριάρχην ἔκκλητον ἐπὶ πάσης τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς πρὸς τοὺς Κανόνας τούτους, σημειωτέον ὅτι, κατ’ ἀρχὴν καὶ κυρίως, ἔχουσιν οὗτοι ἀντικείμενον, οὐχὶ καταδικαστικάς ἀποφάσεις Κανονικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ ζητήματα κληρικῶν ἀδικηθέντων ἢ ἀδικουμένων γενικῶς ὑπὸ ἄλλων κληρικῶν. Ἀμφότεροι οἱ Κανόνες εἶναι σαφεῖς, ἀναφερόμενοι εἰς κληρικοὺς ἀδικουμένους ὑπὸ τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου. Σημειωτέον ἐνταῦθα ὅτι ἡ ρητή τοῦ Θ΄ Κανόνος ἀπαγόρευσις, ὅπως ὁ ἀδικούμενος προσφύγῃ εἰς κοσμικὰ Δικαστήρια καὶ τὸ ρητὸν ἐν τῷ ΙΖ΄Κανόνι ἀδίκημα ἁρπαγῆς παροικίας τινὸς ἀπὸ τοῦ κανονικῶς κατέχοντος αὐτὴν Ἐπισκόπου, πόρρω ἀπέχουσιν τῆς ἐννοίας ἐκκλησιαστικῆς καταδικαστικῆς κατὰ κληρικοῦ ἀποφάσεως καὶ εἶναι λίαν δυσχερής, ἵνα μὴ εἴπωμεν τολμηρά, ἡ ἀποδοχὴ ὅτι ταῦτα σημαίνουσιν ἔκκλησιν πρὸς τὸν Ἔξαρχον τῆς Διοικήσεως ἢ τὸν Πατριαρχικόν τῆς Κωνσταντινουπόλεως Θρόνον κατὰ καταδικαστικῶν ἀποφάσεων Κανονικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων...
…Ἀλλὰ καὶ ἂν γίνῃ δεκτόν, ὅτι, κατ’ ἐπέκτασιν καὶ συνεκδοχήν, οἱ Κανόνες οὗτοι ἀναφέρονται καὶ εἰς καταδικαστικάς ἀποφάσεις, πάλιν οὐδὲν τὸ ἐν αὐτοῖς δικαιολογεῖ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ὅτι καὶ ἐπὶ δικαστικῶν πραγμάτων ἄλλης Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἔχει τὸ ἔκκλητον. Διότι τοιαύτη ἀντίληψις ὡς ὀρθῶς καὶ ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης φρονεῖ, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τοὺς μνησθέντας Ἱ. Κανόνας ΣΤ’ τῆς Α’ καὶ Β’ τῆς Β’, οἵτινες σαφῶς ὁρίζουσι τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Πατριαρχῶν καὶ ρητῶς ἀπαγορεύουσιν αὐτοῖς ἀνάμιξιν καὶ ἄσκησιν ἐξουσίας εἰς ξένας Ἐκκλησίας… «......Ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τὰς Διοικήσεις καὶ Ἐνορίας τῶν ἄλλων πατριαρχῶν, οὔτε ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θ΄ Κανόνα ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθ΄ ὅλου Ἐκκλησίᾳ ...» γνωματεύει ὁ Νικόδημος, ἐπικαλούμενος καὶ τὸν Ζωναρᾶν λέγοντα εἰς τὰ περὶ τοῦ ΙΖ’ Κανόνος τῆς Δ’ σχόλια αὐτοῦ «οὐ πάντων τῶν Μητροπολιτῶν πάντως ὁ Κωνσταντινουπόλεως καθεῖται δικαστής, ἀλλὰ τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ, ὡς καὶ ὁ Ρώμης μόνον τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ ἔχει τὰς ἐκκλήτους»...

Γ΄
 … Εἰ δέ, ἐν χαλεποῖς διὰ τὸν Ὀρθόδοξον Χριστιανικὸν κόσμον καιροῖς, πολλαχόθεν ἐζητήθη καὶ ἔφθασεν, δι’ ἀγάπην Χριστοῦ καὶ εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ προστατευτικὴ καὶ προνοητικὴ ἐπέμβασις καὶ μέριμνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου… τοῦτο, ἄξιον αἰωνίας εὐγνωμοσύνης καὶ βαθείας ἐκτιμήσεως ἀπὸ μέρους πασῶν τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀπόδοσιν τῷ Πατριαρχικῷ τῆς Κωνσταντινουπόλεως θρόνῳ ἐξουσιαστικῶν δικαιωμάτων ξένων πρὸς τὰ ἀρχαῖα καὶ κανονικῶς κατωχυρωμένα ἔθη, ἐπὶ καταλύσει τῆς ἐν Χριστῷ αὐτοτελείας καὶ ἰσότητος τῶν Αὐτοκεφάλων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». (Αρχείο Μακαριστού Παντελεήμονος Παπαγεωργίου 1965).
Στα παραπάνω κείμενα βλέπουμε ότι:
1) Στην Α΄ ενότητα εξετάζεται η συγκεκριμένη περίπτωση της εκκλήσεως του μητροπολίτου πρώην Δράμας Φιλίππου. Το συμπέρασμα είναι ότι, αφού τηρήθηκαν πλήρως οι κανονικές και νόμιμες διαδικασίες στο πρωτοβάθμιο και μετά από έφεση στο δευτεροβάθμιο συνοδικό δικαστήριο, σύμφωνα πρός τον ΙΕ΄ Κανόνα της Συνόδου της Αντιοχείας, η καταδίκη ήταν «τελεσίδικος». Συμπληρωματικά παρατηρείται, ότι όπως ήδη είχε γνωματεύσει η Νομική Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, το έκκλητο αυτό δεν είχε νομικό υπόβαθρο και συνεπώς δεν θα γινόταν δεκτό από την Ελληνική Πολιτεία, αφού ο Νόμος 3615 / 1928 καθόριζε ότι οι αρχιερείς των Νέων Χωρών, θα δικάζονται όπως και οι αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, χωρίς να έχει προστεθεί κάποιο ειδικό γι αυτούς προνόμιο εκκλήτου πρός τον Οικουμενικό Θρόνο.
  [Παρένθεση: Κατηγορείται αυθαίρετα από κάποιους  ο Θεσσαλονίκης Παντελεήμων, ότι για το έκκλητον είχε «φαρμακίδειες πολιτειοκρατικές αντιλήψεις» και τελικά εχθρότητα (!) πρός το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Μακαριστός Παντελεήμων στήριξε τη γνωμάτευσή του μόνο στους Ιερούς Κανόνες και υπενθύμισε απλώς το αυτονόητο, ότι δεν μπορούσε να παραβιασθεί η ισχύουσα κρατική νομοθεσία. Σήμερα βέβαια, η κρατική νομοθεσία έχει ριζικά μεταβληθεί ως πρός το έκκλητο, με το Σύνταγμα του 1975 και τον Καταστατικό Χάρτη του 1977. Επίσης στην εισήγησή του πρός τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, δεν λέει ( όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι κατήγοροί του) ότι ο Νόμος 3615 της 10ης Ιουλίου 1928 επικύρωσε τη (μεταγενέστερη!!) Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, αλλ’ ότι επικύρωσε την προϋπάρχουσα προκαταρκτική «σύμβαση», την οποία «σύμβαση» ή «διευθέτηση» κατόπιν επικύρωσε, παράλληλα και ανεξάρτητα και η Πράξη της 4ης Σεπτεμβρίου (την οποία ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος Β΄ ονόμασε «ἡμετέραν κυρωτικήν τῆς εὐλογημένης διευθετήσεως Πατριαρχικὴν καὶ Συνοδικὴν Πρᾶξιν», Επιστολή 9ης Φεβρουαρίου 1929 )].
2) Στην Β΄ ενότητα εξετάζεται το γενικότερο ζήτημα, εάν υφίσταται κανονικό δικαίωμα εκκλήτου προς τον Οικουμενικό Θρόνο από αρχιερείς όλων των άλλων πατριαρχείων και αυτοκεφάλων εκκλησιών. Στο κείμενο, διαφαίνεται η ανησυχία του Μακαριστού Παντελεήμονα, μήπως η αναγνώριση τέτοιου δικαστικού δικαιώματος, συνεπάγεται την αναγνώριση διοικητικής εξουσίας επί όλης της Ορθόδοξης  Εκκλησίας, εξουσία δηλαδή την οποία (κατά την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία) έχουν μόνο οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Γι’ αυτό το λόγο, συμφωνεί με την γνώμη του « Πηδαλίου». Ήταν αδιανόητο, όπως ο ίδιος έλεγε, ότι η γνώμη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί εχθρική πρός την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, διότι αν μη τι άλλο, ταυτιζόταν τουλάχιστον με τη γνώμη δυο επιφανών προσωπικοτήτων της ίδιας της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, του σοφού Ιωάννη Ζωναρά, διακεκριμένου Βυζαντινού κανονολόγου του 12ου αιώνα, και του Νικόδημου του Αγιορείτου, ο οποίος μόλις 10 χρόνια νωρίτερα, το 1955, είχε ανακηρυχθεί Άγιος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ήταν ακριβώς η γνώμη που προβάλλεται ως ορθή μέσα στο Πηδάλιο, το οποίο είχε εγκριθεί από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ΄, το 1799.
[Παρένθεση: Βέβαια για τους Θ΄ και ΙΖ΄ Κανόνες της Χαλκηδόνος, υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία με ετερόκλητες απόψεις βυζαντινών κανονολόγων, νεωτέρων ελλήνων και ξένων ιστορικών και κανονολόγων, όσον αφορά το αντικείμενο, το εύρος και το πεδίον εφαρμογής τους. Άλλοι δε, για να υποστηρίξουν ή να αμφισβητήσουν το δικαίωμα του εκκλήτου προς τον Οικουμενικό Θρόνο, δίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα, στην ορθή ερμηνεία του επιθετικού προσδιορισμού «Έξαρχος της Διοικήσεως», το ρόλο της «Ενδημούσης Συνόδου» κ.λπ. Ο Μακαριστός Παντελεήμων πάντως, όπως προαναφέραμε, τόσο από την εισήγησή του πρός τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, όσο και από το αρχείο του, φαίνεται ότι είχε υιοθετήσει κατά βάσει τις απόψεις του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και Ιωάννη Ζωναρά και δευτερευόντως ορισμένων άλλων, και τούτο, διότι πίστευε ότι ανταποκρίνονταν στην γνήσια Ορθόδοξη Εκκλησιολογία.]
3) Τα πραγματικά αισθήματα του Μακαριστού Παντελεήμονα για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, φαίνονται ολοκάθαρα στην Γ΄ ενότητα της γνωμάτευσης, όπου με θεολογική ακρίβεια και βαθειά γνώση της ιστορίας, μέσα σε λίγες φράσεις, συνόψισε τα θεμελιώδη διοικητικά χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Πάλι και εδώ, τονίζει την πλήρη διοικητική αυτοτέλεια κάθε αυτοκέφαλης Εκκλησίας υπό ομαλές συνθήκες. Συγχρόνως όμως, τονίζει ότι όταν διαταράσσεται η ομαλότητα (π.χ. όταν παραβιάζεται η εκκλησιαστική ελευθερία και η Κανονική τάξη), τότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εάν κληθεί προς βοήθεια, δικαιούται να επέμβει για να βοηθήσει άλλες δοκιμαζόμενες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες! Διακηρύσσει λοιπόν ότι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αξίζει « αἰωνία εὐγνωμοσύνη καὶ βαθεῖα ἐκτίμησις ἀπὸ μέρους πασῶν τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν» διότι πολλές φορές, «ἐν χαλεποῖς διά τόν Ὀρθόδοξον Χριστιανικόν κόσμον καιροῖς» ζητήθηκε με το έκκλητον από πολλές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και έφθασε σ΄αυτές «ἡ προστατευτικὴ καὶ προνοητικὴ ἐπέμβασις καὶ μέριμνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», και μάλιστα όχι υπό μορφήν «ἐξουσιαστικῶν δικαιωμάτων», αλλά ανιδιοτελώς, «δι’ ἀγάπην Χριστοῦ καὶ εἰς δόξαν Θεοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας»!
Συγκρίνοντας όλα αυτά με όσα ο Μακαριστός Παντελεήμονας είχε πει το 1963 ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη, βλέπουμε ότι και κατά το 1963 είχε τονίσει την αυτοτέλεια των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, προβάλλοντας συγχρόνως τον βασικό και πρωταγωνιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις πανορθόδοξες ενέργειες και συνεργασίες.
Το 1965, τονίζει πάλι την διοικητική και δικαστική αυτοτέλεια των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και γι’ αυτό το λόγο θεωρεί ότι περιττεύουν οι εφέσεις προς τον Οικουμενικό Θρόνο, εάν έχουν τηρηθεί οι Ιεροί Κανόνες κατά τις δίκες και τις εφέσεις μέσα στα όρια κάθε Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Όμως τώρα,προσθέτει και μια άλλη διάσταση στο ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου: εάν «ἐν καιροῖς χαλεποῖς» διασαλευθεί η Κανονική τάξη μέσα σε κάποια Αυτοκέφαλη Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι το μόνο που επιτρέπεται και ενδείκνυται να επέμβει και βοηθήσει!

Απόψεις του κατά το 1968, «ἐν καιροῖς χαλεποῖς»
Δεν είχαν περάσει ούτε δύο χρόνια που αναφερόταν στους χαλεπούς καιρούς ο Μακαριστός Παντελεήμονας, όταν ενέσκηψε στη Χώρα η Απριλιανή Χούντα των Συνταγματαρχών, η οποία επέβαλε την δικτατορία στον ελληνικό λαό. Επίσης, μεταξύ των άλλων, διέλυσε την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, έπαυσε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Χατζησταύρου «λόγω ορίου ηλικίας» και εγκατέστησε στην Ελλαδική Εκκλησία την Ιερωνυμοχουντική Εκκλησιαστική Διοίκηση, τη γνωστή «Αριστίνδην Σύνοδο», η οποία λειτούργησε και ως «Επισκοπικό Στρατοδικείο» της Χούντας. Ήδη, είχε διασαλευθεί η Κανονική τάξη στην Εκκλησία της Ελλάδος. Ο Θεσσαλονίκης Παντελεήμων, την 28η Φεβρουαρίου του 1968 δικάσθηκε και καταδικάσθηκε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό σε «έκπτωση», κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων. Συνεπής λοιπόν με τις απόψεις που είχε το 1965 και επειδή είχε διασαλευθεί η Κανονική τάξη, προσφεύγει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με το έκκλητον. Η άποψή του για την ενέργεια αυτή διατυπώνεται αυθεντικά από τον ίδιο ως εξής:
«…Ἐπειδὴ ἀπεστερήθην ὅλως ἀντισυνταγματικῶς καὶ ἀντικανονικῶς, ὡς ἀναλυτικώτατα ἀνέφερον, τοῦ φυσικοῦ μου δικαστοῦ, δηλονότι τῆς τε κανονικῆς καὶ νομίμου συνθέσεως τοῦ Πρωτοβαθμίου Ἐκκλησιαστικοῦ Συνοδικοῦ δικαστηρίου καὶ τοῦ Δευτεροβαθμίου τοιούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσω συνδρομὴν ἀπὸ τῆς πράξεως καὶ τοῦ ἔθους τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἐκκλήτου πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Τῆς περιπτώσεώς μου μὴ δυναμένης νὰ παραλληλισθῆ μὲ ἑτέρας αἰτήσεις Ἐκκλήτου διότι εἰς τὰς προηγηθείσας περιπτώσεις οἱ αἰτοῦντες (προφανώς αναφέρεται στην περίπτωση του πρώην Δράμας Φιλίππου) δὲν εἶχον ἀποστερηθῆ παρανόμως καὶ ἀντικανονικῶς τῶν δικαιωμάτων των, ἤτοι τῆς ἐφέσεως τῆς εἰς πρῶτον βαθμὸν ἐκδοθείσης καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἑπομένως τὸ δικαίωμα εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας τοῦ Ἐκκλήτου παρίστατο ὡς μὴ ἀνεκτὸς πλεονασμὸς δικαιοδοσίας. Εἰς τὴν περίπτωσίν μου ὅμως ἡ καταφυγή μου εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἐνδίκου μέσου τοῦ Ἐκκλήτου εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀπομείνασα ὁδός, ἵνα διασωθῇ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν κῦρος καὶ ἡ ἀποφυγὴ παγκακίστου προηγουμένου αὐθαιρεσιῶν. Ὅθεν ἡ τήρησις τῶν ἱερῶν κανόνων τῆς παραδόσεως, τοῦ ἔθους καὶ τοῦ ἤθους, ἐν φόβῳ Θεοῦ πάντοτε, ἐπιβάλλει εἰς ἐμέ, Ἀρχιερέα ὄντα, νὰ μὴ ὀρρωδήσω πρὸ τῶν διωκτῶν καὶ νὰ χωρήσω εἰς τὸν ἀγῶνα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κύρους τῆς Ἐκκλησίας». (Εξώδικος δήλωσις μετά διαμαρτυρίας Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος την επομένη της καταδίκης του στις 29.2.1968, προς τον Υπουργό Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας με κοινοποίηση προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Αθηναγόρα. Αρχείο Μακ. Παντελεήμονος Παπαγεωργίου 1968. Βλ. επίσης και το πόνημά του Ἐπιστολή, Αθήνα 1973, σ. 139).
Σε συνέχεια των παραπάνω, παρατηρούμε ότι οι περιπτώσεις των μητροπολιτών  πρώην Δράμας Φιλίππου και Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα διαφέρουν σε ουσιαστικά σημεία.
(α) Το 1965 ο Μητροπολίτης Δράμας Φίλιππος δικάσθηκε και καταδικάσθηκε σύμφωνα με το Σύνταγμα και ιδιαίτερα με το Νόμο 5383/32 (περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων), τους Ιερούς Κανόνες ΣΤ’ και ΚΑ’ των Β΄ και Δ’ Οικουμενικών Συνόδων αντίστοιχα, που ρυθμίζουν ειδικώς τον τρόπο εγκλήσεως και στοιχειοθετήσεως κατηγοριών κατά Ιεράρχου. Η Δίκη του σε Πρώτο βαθμό έγινε σύμφωνα με τον ΙΒ’ Κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου, υπό «Συνόδου Αρχιερέων», η δε Δίκη του σε Δεύτερο βαθμό έγινε σύμφωνα με τον ΣΤ’ της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, υπό «Μείζονος Συνόδου της αυτής οικείας Επαρχίας» (Εκκλησία της Ελλάδος), όπου επήλθε η τελεσιδικία σύμφωνα με τον συγγραφέα του Πηδαλίου..(3) Πέραν δε τούτων, επειδή οι αποφάσεις περί της ενοχής του και των δύο Δικαστηρίων ελήφθησαν παμψηφεί, ως εκ τούτου υπήρχε τελεσιδικία σύμφωνα και με τον αναφερόμενο παραπάνω ΙΕ’ Κανόνα της εν Αντιοχεία Συνόδου.
(β) Το 1968 ο Παντελεήμων δικάσθηκε και καταδικάσθηκε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό με τις διατάξεις του Αναγκαστικού Νόμου 214/67 της Χούντας, που είχε θεσπίσει καινοφανές «εκκλησιαστικό αδίκημα» και βέβαια με την απουσία όλων των παραπάνω Ιερών Κανόνων. Το κυρίαρχο αίτημα του Εκκλήτου του προς τον Οικουμενικό Θρόνο, εδράζετο στο πραγματικό γεγονός, ότι είχε καταργηθεί από την Χούντα το Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο υπό «Μείζονος Συνόδου της αυτής οικείας Επαρχίας» (Εκκλησία της Ελλάδος) σύμφωνα με τον ΣΤ’ Κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, θεσμοθετημένο δικαιοδοτικό όργανο και συστατικό μιας Κανονικώς Διοικούμενης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Η βασική ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων, είναι ότι ο πρώην Δράμας Φίλιππος, δεν αποστερήθηκε μετά την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του δικαιώματος της εφέσεως σε «Μείζονα Σύνοδο», ενώ αντίθετα αυτό συνέβη για τον Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα κατά παράβαση των ΙΒ’ και ΙΔ’ Κανόνων της Αντιοχείας. Αυτή την ουσιαστική διαφορά δεν είναι σε θέση ή δεν θέλουν να την διακρίνουν « οι κατήγοροι» του Παντελεήμονα , ισχυριζόμενοι ότι ήταν «ασυνεπής» στις απόψεις του « περί εκκλήτου», μεταξύ των ετών 1965 και 1968. Το 1965 το εκκλησιαστικό καθεστώς της Ελλαδικής Εκκλησίας ήταν αποδεκτό, αφού υπήρχε «κατά τεκμήριο», η τήρηση και εφαρμογή των Ιερών Κανόνων, όπου εξασφαλίζετο η εκκλησιαστική ελευθερία και η Κανονική τάξη και αυτό το καθεστώς βέβαια, δεν είχε καμία σχέση με την εκκλησιαστική διοίκηση του 1968 της περιόδου της Χούντας. Στις συζητήσεις που είχα μαζί του για τα γεγονότα των ετών 1967-1968, υποστήριζε ότι είχε παραβιασθεί ο θεμελιώδης όρος (η πεμπτουσία) του «Αυτοκέφαλου» της Εκκλησίας της Ελλάδος, που της είχε δοθεί με τον Πατριαρχικό Συνοδικό Τόμο του 1850 και ο οποίος επιτάσσει η Διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος να ασκείται «… κατὰ τοὺς θείους καὶ Ἱεροὺς Κανόνας ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως ἀπὸ πάσης κοσμικῆς ἐπεμβάσεως».
Το 1968 η Διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν συνεργαζόμενη (δωσίλογη) και ταυτόχρονα υπόδουλη στην Χούντα των Συνταγματαρχών. Είχε επιβληθεί από την Χούντα !!! μια εγκάθετη «Αριστίνδην Σύνοδος» και κατά συνέπεια το εναλλασσόμενο κατά τα πρεσβεία χειροτονίας συνοδικό σύστημα διοικήσεως είχε καταργηθεί και ως εκ τούτου, είχε αλλοιωθεί η κανονική σύνθεση του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου με την Αριστίνδην Σύνοδο, που έμεινε στην εκκλησιαστική μνήμη, ως το «Επισκοπικό Στρατοδικείο» της Χούντας. Επιπλέον, είχε καταργηθεί το Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, δικαιοδοτικός θεσμός και συστατικό μιας Κανονικώς Διοικούμενης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας και τούτο, κατ’ επιταγή του Αναγκαστικού Νόμου 214/1967 της Χούντας, όπου εμπνευστής και συντάκτης του αναγκαστικού αυτού νόμου, ήταν ο καθηγητής του Κανονικού Δικαίου (!!) Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης (4) και όλα αυτά, κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων !!!
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ο Μακαριστός Παντελεήμων είχε την άποψη ότι επί της ουσίας είχε απολεσθεί η Αυτοτέλεια (Αυτοκέφαλο) της Εκκλησίας της Ελλάδος που της είχε δοθεί με τον ΠΣΤ/1850, διότι η Διοίκησή της είχε παραβιάσει συλλήβδην τους Ιερούς Κανόνες και ήταν υποχείριο της Χούντας. Με δεδομένη αυτή τη κατάσταση και λόγω της Κανονικής εκτροπής στην οποία είχε περιπέσει η Διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενομιμοποιείτο ως εντολοδότης φορέας(ΠΣΤ/1850) αυτοδίκαια να επέμβει, λαμβάνοντας τα πρόσφορα εκείνα Κανονικά μέτρα, έτσι ώστε να επαναφέρει τη Διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Κανονικότητα, διασώζοντας το Εκκλησιαστικό κύρος. Εκεί στόχευε κυρίως και η επίκληση του Εκκλήτου του Μακαριστού Παντελεήμονα προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και όπως έλεγε, ήταν το «…ἔνδικον μέσον δι’ ἐκτάκτους καταστάσεις πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς κανονικῆς τάξεως ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.»
Όλες οι παραπάνω απόψεις του Μακαριστού Παντελεήμονα, που διατυπώθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αποκαλύπτουν την ειλικρινή, συνεπή και σταθερή στάση του στα θέματα του εκκλήτου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κατά κοινή ομολογία, ο Παντελεήμων είχε βαθειά και στέρεη θεολογική παιδεία. Επίσης ήταν ο Επίσκοπος εκείνος που είχε και γνώμη και άποψη, που δεν δίσταζε να την εκφράζει με σαφήνεια και θάρρος. Αυτό ενοχλούσε αρκετούς και γι’ αυτόν το λόγο το «πλήρωσε» αδιαμαρτύρητα πολλές φορές στη ζωή του. Είναι γνωστό επίσης, ότι δεν έπαψε να υπερασπίζεται με σθένος, αξιοπρέπεια και χωρίς ακρότητες την έννοια της πληρότητας της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος. Επιθυμούσε δε αυτή να είναι αυτοτελής και ισότιμη (χωρίς εκπτώσεις) μετά των άλλων Αυτοκεφάλων αδελφών Εκκλησιών, μελών του σώματος του Χριστού, της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όπου οι Ιεροί Κανόνες οριοθετούν τα Κανονικά τους κυριαρχικά δικαιώματα, ώστε κατ’ αυτό το τρόπο, να διασφαλίζεται ανά τούς αιώνες, το γνήσιο Αποστολικό δημοκρατικό πολίτευμα.

Γεγονοτά και παρατηρήσεις
Αλλά ας έλθουμε αναλυτικότερα στα γεγονότα της περιόδου εκείνης. Η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης έπρεπε με κάθε τρόπο να αλωθεί, για να ικανοποιηθούν οι φιλοδοξίες του π. Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, εκλεκτού της Χούντας και της γνωστής οργάνωσης. Την υλοποίηση του σχεδίου την ανέλαβε προσωπικά ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης, ο οποίος σε πρώτο στάδιο έθεσε σε εφαρμογή τους μηχανισμούς της Χούντας, όπου ο στρατηγός της Χούντας Υπουργός Βορ. Ελλάδος Δημήτριος Πατίλης, χρησιμοποιώντας ξεδιάντροπα και απάνθρωπα μέσα, είχε τον Μακαριστό Παντελεήμονα έγκλειστο με στρατιωτική φρουρά, εκβιάζοντάς τον κατ’ εξακολούθηση σε παραίτηση, πλην όμως αυτός δεν ενέδιδε παραμένοντας πιστός στις Αρχιερατικές του διαβεβαιώσεις και στους Ιερούς Κανόνες. Όλα αυτά τα ανέντιμα, παράνομα και αντικανονικά, λάμβαναν χώρα με την προτροπή και υπόδειξη του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερώνυμου Κοτσώνη!
Ο μέγιστος των Βυζαντινολόγων ιστορικών του 20ού αιώνα Sir Steven Runciman αναφέρει, «….εἶναι ἐπίσης ἐκπληκτικὸ ὅτι ἕνας διακεκριμένος Κανονολόγος ὅπως αὐτὸς (Ἱερώνυμος), ἔφθασε νὰ εὐνοήση ἕναν ἀριθμὸν προφανῶς μὴ κανονικῶν πράξεων….Ἐξεθρόνισεν ἐπίσης τὸν πλέον διακεκριμένον Ἱεράρχην… τὸν Παντελεήμονα τῆς Θεσσαλονίκης… κατὰ παράβασιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων …»(5)
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ενήμερο τουλάχιστον για την παραπάνω δραματική κατάσταση του Μακαριστού Παντελεήμονα, από την αυθεντική πληροφόρηση που είχε από τον Μακαριστό Μητρ. Κολωνίας Γαβριήλ, Αρχιγραμματέα τότε της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο οποίος είχε σχετική συνάντηση με τον Μακαριστό Παντελεήμονα, όταν ήταν έγκλειστος της Χούντας.(6) Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης, βλέποντας αφενός ότι ο Μακαριστός Παντελεήμων δεν τον «διευκόλυνε» με την παραίτησή του, ώστε να έχει άλλοθι η τάλαινα αρχιερατική του συνείδηση και αφετέρου ότι είχε εξασφαλίσει την εξ ανάγκης «ανοχή» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προχώρησε τελικά στην αντικανονική έκπτωσή του με το «Επισκοπικό Στρατοδικείο» της Χούντας. Δυστυχώς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο – λόγω του εμπερίστατου στο οποίο βρισκόταν – δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο μήνυμα κραυγής και αγωνίας που του είχε εκπέμψει πρώτιστα για ολόκληρη την Ελλαδική Εκκλησία με το έκκλητόν του ο Μακαριστός Παντελεήμων και να εκδηλώσει, όπως έλεγε, «τὴν προνοητικὴ ἐπέμβασί του καὶ μέριμνα», όχι τόσο για να περισώσει τον ίδιον, αλλά κυρίως για «τὸ Ἐκκλησιαστικὸν κῦρος καὶ τὴν ἀποφυγὴν παγκακίστου προηγουμένου αὐθαιρεσιῶν» στην Εκκλησία της Ελλάδος.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης, μετά την έκπτωση του Μακαριστού Παντελεήμονα, δημιούργησε επιπλέον εκείνες τις προϋποθέσεις τρομοκρατίας και ψυχαναγκασμού, ώστε από εκεί και πέρα «η εκκαθάριση» και των άλλων ανεπιθύμητων Μητροπολιτών που εκβιάζονταν και αυτοί σε παραίτηση, να είναι εύκολη υπόθεση γι’ αυτόν. Είναι αξιοσημείωτη η διαπίστωση που έκανε την 28η Φεβ. 1968, ημέρα της έκπτωσης του Μακαριστού Παντελεήμονα, ο νουνεχής Μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός λέγοντας: «Σήμερα ἔπεσε τὸ Κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας»(7) Πράγματι, όταν έγινε γνωστή η έκπτωση του Μακαριστού Παντελεήμονα, οι «υπό εκκαθάριση» Μητροπολίτες, άρχισαν να υποβάλλουν τις παραιτήσεις τους, αποφεύγοντας την βάσανο του «Επισκοπικού Στρατοδικείου» της Χούντας. Έτσι, με πρόσχημα την «κάθαρση», ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης άρχιζε να οικοδομεί με χουντικές και ως εκ τούτου  αντικανονικές και απαράδεκτες μεθοδεύσεις, την Ιερωνυμική του πλειονοψηφία στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Δυστυχώς, στη συνέχεια βρέθηκε «αντάξιος» μιμητής των μεθόδων του ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Τίκας, με αποτέλεσμα η Εκκλησία της Ελλάδος να ταλανίζεται επί μια και πλέον τεσσαρακονταετία .
Τελικά, ήταν «προφητική» η επιστολή συμπάθειας και συμπαράστασης, που είχε αποστείλει στον Μακαριστό Παντελεήμονα πέντε μέρες μετά την έκπτωσή του (5 Μαρτίου 1968), ο φιλόσοφος Ακαδημαϊκός και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας αείμνηστος Κωνσταντίνος Τσάτσος: «…Μὲ τὴν διεξαχθεῖσαν δίκην, ὄχι μόνον τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας δὲν διεφυλάχθη, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐτραυματίσθη βαρέως. Πρὸ παντὸς ὅμως, ἐρρίφθη, κατὰ τρόπον ἀστόχαστον, ὁ σπόρος τοῦ διχασμοῦ ἐπὶ γῆν πρόσφορον εἰς τὰς τοιαύτας πληγάς. Βλέπω ἕνα μέλλον σκοτεινόν, ὅπου ἄλλοι – ὄχι Σεῖς – ἀλλὰ ἄλλοι, μοιραίως, θὰ ἀδικήσουν καὶ αὐτοὶ εἰς βάρος τῶν ἀδικησάντων καὶ τῶν δεινῶν οὐκ ἔσται τέλος. Μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ. Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ»(8)

Το οσιακό τέλος
Ο Μακαριστός Mητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Παπαγεωργίου, εγκατέλειψε τα εγκόσμια την 14η Ιουνίου του 1979, με γαλήνια ψυχή και με ήρεμη τη συνείδησή του. Πίστευε ότι με την χάρη του Θεού, ως Επίσκοπος, είχε εκπληρώσει τη διακονία του με συνέπεια, αξιοπρέπεια και αυταπάρνηση, τόσο ως Ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου όσο και ως μέλος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος – στη διακονία του «το συναμφότερον» είχε διακριτούς ρόλους – και αυτό βέβαια όταν οι κατά καιρούς σκοτεινές και καιροσκοπικές δυνάμεις της ανωμαλίας του το επέτρεψαν. Η κατάθεση της δικής μου μαρτυρίας είναι ότι κατά τις τελευταίες του ώρες, μας ζητούσε από το κρεβάτι του πόνου να τον συγχωρήσουμε. Μεγαλύτερη όμως αξία από τη δική μου μαρτυρία,  έχει η μαρτυρία που αναφέρεται στην μελέτη (δημοσιευμένης στον παρόντα τόμο) του Καθηγουμένου της Ι.Μ. του Οσίου Γρηγορίου του Αγίου Όρους Αρχιμ. Γεώργιου Καψάνη, ότι ο Μακαριστός Παντελεήμων «…εἶχε συγχωρήσει ὅλους τοὺς ἀδικήσαντας καὶ στενοχωρήσαντας αὐτόν….καὶ εἶχε ὁσιακὸ τέλος».
Στις 14 Ιουνίου που κοιμήθηκε ο Μακαριστός Παντελεήμων, όπως είναι γνωστό, εορτάζεται η μνήμη του Προφήτη Ελισσαίου. Ήταν δε ημερολογιακά μια σημαντική ημέρα για την ζωή του, διότι ο Προφήτης εθεωρείτο και ετιμάτο από τον Μακαριστό Παντελεήμονα ως ο προστάτης Άγιός του. Το 1910, όπου ο «κατά κόσμον» τότε Γεώργιος Παπαγεωργίου σε ηλικία οκτώ ετών, κολυμπώντας στην παραθαλάσσια περιοχή Κόστα Κρανιδίου ανήμερα της εορτής του Προφήτη Ελισσαίου, σώθηκε από βέβαιο πνιγμό. Όπως μας έλεγε, έκτοτε η μητέρα του θα πήγαινε ανελλιπώς το καθιερωμένο πρόσφορο στην Εκκλησία την παραμονή της εορτής του Προφήτη. Όταν δε η χάρις του Θεού τον αξίωσε να φέρει το ιερατικό σχήμα με το όνομα πλέον Παντελεήμων, όπου και εάν βρισκόταν την 14η Ιουνίου θα τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Αυτή του την ευχαριστιακή υπόσχεση πιθανόν να την τήρησε νοερά και την ημέρα της κοίμησης του.
Όσοι βρέθηκαν στο σπίτι μας κοντά του τις τελευταίες του ώρες, ζήσαμε συγκλονιστικές στιγμές. Όταν επανέρχονταν οι αισθήσεις του από το διαβητικό κώμα που βρισκόταν, έβλεπε γύρω του αγαπημένα του πρόσωπα, μας ευλογούσε και όταν πηγαίναμε να του φιλήσουμε το χέρι, το τραβούσε ακόμα και από τα ανήλικα παιδιά μου και προς μεγάλη μας δυσφορία, μας φιλούσε τα δικά μας χέρια, λέγοντάς μας ότι πολύ μας αγαπά και ότι έχουμε την ευχή του. Είχε δε πλήρη επίγνωση ότι εκείνη την ημέρα εορτάζετο η μνήμη του Προφήτη Ελισσαίου ψάλλοντας το τροπάριο του, έπειτα έπιανε τα σεντόνια με τα δύο του χέρια, τα στρογγύλευε και υπό τύπον Αγίου Ποτηρίου τα έφερνε κοντά στα χείλη του όπου νοερά «κοινωνούσε». Έτσι ειρηνικά και με εμφανή την αγαλλίαση στο πρόσωπό του κάποια στιγμή….έσβησε!.
Κλείνοντας στο σημείο αυτό την εισήγησή μου, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον σεβαστό μου Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ για την πρωτοβουλία που είχε να τιμήσει τον από Εδέσσης και Πέλλης προκάτοχό του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα Παπαγεωργίου. Επίσης θέλω να συγχαρώ τον Ακαδημαϊκό κ. Αντ.-Αιμ. Ταχιάο, Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής καθώς και τα μέλη αυτής, για την άψογη διοργάνωση της Επιστημονικής Διημερίδας.
Τελειώνοντας θα ήθελα σαν επίλογο να διατυπώσω σύντομα ορισμένες σκέψεις μου. Στην επιστημονική διημερίδα μας από Σεβ. Μητροπολίτες, Θεοφ. Επισκόπους, Καθηγητές Πανεπιστημίων και άλλους εισηγητές, έχουν αποδοθεί ορισμένοι τιμητικοί χαρακτηρισμοί για τον Μακαριστό Παντελεήμονα όπως: Μεγαλοπρεπής Ιεράρχης, Πρύτανης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο πλέον διακεκριμένος Ιεράρχης, ο Ιεράρχης που έκανε γνωστή την Ορθοδοξία στη Χριστιανική Δύση, το Κάστρο της Ορθοδοξίας, ο Ατρόμητος Ιεράρχης, ο Σωτήρας των θανατοποινιτών της Γερμανικής Κατοχής και πολλοί άλλοι.
Είναι αξιέπαινοι όλοι οι εισηγητές, που πράγματι χωρίς υπερβολές, προσπάθησαν με αντικειμενική τεκμηρίωση να σκιαγραφήσουν την προσωπικότητα του Μακαριστού Παντελεήμονα.
Παρά ταύτα όμως, έχω την βεβαιότητα ότι όλοι οι παραπάνω τιμητικοί χαρακτηρισμοί, θα έφερναν τον Μακαριστό Παντελεήμονα σε πολύ στενάχωρη θέση, διότι όσοι τον ζήσαμε από κοντά έχουμε να ομολογήσουμε την εγνωσμένη χριστιανική του ταπεινοφροσύνη και απλότητα.
Έχοντας λοιπόν βιώσει μέσα από την συγκατοίκηση μας, το ψυχικό του μεγαλείο ιδιαίτερα στους χαλεπούς καιρούς της Χούντας, αυτό που μπορώ να καταθέσω με παρρησία, είναι ότι υπήρξε κατεξοχήν ο Επίσκοπος της Αγάπης και της Συγχώρησης.
Ίσως αυτός ο χαρακτηρισμός, θα πρέπει να καταχωρηθεί στην Εκκλησιαστική μνήμη ως και ο πλέον δόκιμος από όσους κατά καιρούς του έχουν αποδοθεί, διότι τελικά αυτός ήταν ο από Εδέσσης και Πέλλης Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Παπαγεωργίου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1   Περιοδικό ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Εκδόσεις Ι. Μ. Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1963, σ. 248
2   Περιοδικό ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Εκδόσεις Ι.Μ.Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1963, σ. 249
3   ΠΗΔΑΛΙΟ, Εκδόσεις Κωνσταντίνου Γκαρπόλα, Αθήνα 1841, σ. 91.
4   Μητροπολίτου Παντελεήμονος Κ. Παπαγεωργίου, ΕΠΙΣΤΟΛΗ, Εκδόσεις Β. Γ. Παπανικολάου, Αθήνα 1973, σ. 40.
5   Sir Steven Ranciman, THE ORTHODOX CHURCHES AND THE SECULAR STATE, Oxford University Press, 1971, p. 71
6   Μητροπολίτου Παντελεήμονος Κ. Παπαγεωργίου, ΕΠΙΣΤΟΛΗ, Εκδόσεις Β. Γ. Παπανικολάου, Αθήνα 1973, σ. 67
7   Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Άνθιμου, Δημόσια μαρτυρία κατά την Επιστημονική Διημερίδα, Έδεσσα 23 Σεπ. 2006
8   Μητροπολίτου Παντελεήμονος Κ. Παπαγεωργίου, ΕΠΙΣΤΟΛΗ, Εκδόσεις Β. Γ. Παπανικολάου, Αθήνα 1973, σ. 160.

Πηγή: ΜΝΗΜΗ, Έδεσσα 2012, σσ. 262-282