Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

ΠΕΡΙ ΕΝΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ


Αριστείδη Πανώτη
«Οι Επτά κοιμώμενοι στο σπήλαιο της Εφἐσου». Η αποκαλυπτική αυτή «κοίμηση» λέγεται πως άρχισε στην εποχή του διωγμού του Δεκίου (251) για 200 περίπου χρόνια μέχρι το Θεοδόσιο Β΄ τον Μικρό (408-440) όταν ξύπνησαν βρέθηκαν με νομίσματα άλλης εποχής που κανείς δεν τα δεχόταν σε συναλλαγές!
Η παράδοση αυτή επιμηκύνθηκε τον 7ο αιώνα από τούς Άραβες και πέρασε στο 18ο κεφάλαιο του Κορανίου με τον τίτλο «Σπήλαιο» (El Kahf) σε 110 στίχους και ενεπλάκη με τους θρύλους όλων των ισλαμικών λαών της Μεσογείου!
«Ότι ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι» (Ρωμ. ιγ΄ 11)
«Ο σύγχρονος κόσμος, με τη χειραγωγία του Αγίου Πνεύματος, γνωρίζει σε οικουμενική κλίμακα πρωτοφανείς ανακαινιστικές εκκλησιαστικές και θεολογικές κινήσεις. Από την Ανατολή και τη Δύση, οι σάλπιγγες της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας ηχούν εγερτήριο ευθύνης και συνοχής και πίπτουν τα πελώρια μεσαιωνικά τείχη της πολιτικής σκοπιμότητος και της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της φοβίας και της προκαταλήψεως, της απομονώσεως και της αυταρέσκειας, διότι «ο καιρός πολλήν εχει ροπήν προς καταστροφήν των Εκκλησιών... Ως ούν εν καιρό τοιούτο μεγάλης χρείας της σπουδής και πολλής της επιμελείας ευεργετηθήναι τι τας Εκκλησίας...» (Μ. Βασίλειος, Migne. PG 32, 525).
Εις αυτήν την νέαν εποχήν των πνευματικών και κοινωνικών ανακατατάξεων, αλλά και του κλονισμού των ευγενέστερων
ερεισμάτων της ανθρώπινης ζωής, η ψυχή των λαών αναμένει ενα μήνυμα νίκης και αναστάσεως από την εκπάγλου ωραιότητος και ανέσπερου λάμψεως Εκκλησία της Αναστάσεως, την Ορθοδοξία, η οποία ουδέποτε έπαυσεν επί δυο περίπου χιλιετίας, να υψούται με ορθίαν δύναμιν προς τον εν Τριάδι Θεό, παρά τις θύελλες και τούς σεισμούς που υπέστη.
Η Ορθοδοξία επἰ μακρόν έζησε εν ταπεινώσει και πενία εστερημένη υλικής δυνάμεως, αλλά συνείχετο από την μυστική και υπερφυσική εσωτερικότητα, την αναβρύουσα απ’ αυτόν τον Ουράνιον Νυμφίον της και επάλευσε, εγκαταλελειμμένη προς τις σκοτεινές δυνάμεις, χωρίς ποτέ να προδώσει τους λαούς που της ενεπιστεύθησαν τη καρδία τους, παρά τα αιμάσσοντα τραύματα και την υλική της εξουθένωση.
Οδηγητική μέριμνα άνέλαβε η Πρωτόθρονος Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως αντάξια της αποστολικής και οικουμενικής Παραδόσεως. Είναι ή Μήτηρ Εκκλησία, η οποία έχει -συνειδητοποιήσει ότι η μαρτυρία της Ορθοδοξίας υπερβαίνει τα στενά όρια της στιγμής και εκτείνεται σε απέραντους ορίζοντες.
Αλλα και οι θυγατέρες Εκκλησίες επρόσεξαν τις ιστορικές ευθύνες της ορθοδόξου πίστεως έναντι ενός κόσμου, ο όποιος ζει «εν χώρα και σκιά θανάτου» και εζήτησε πρωτοβουλίες άξιες του ακραιφνούς ορθοδόξου φρονήματος, μακράν της πλάνης του φιλετισμού καί της μωρίας της φιλοπρωτείας.. Έπρεπε πλέον η Ανατολή να περάση από τη θέση του θεατή και του αναμένοντος στον συστηματικό προβληματισμό της αποστολής της και να αναλάβει ρόλο ενεργούντος και προσκαλούντος.
Η εγρήγορση σημαίνεται από τον Οικουμενικό Θρόνο, ως έκφραση του παλμού ολόκληρης της Εκκλησίας, ως αίτημα του Αγίου Πνεύματος. Και ιδού μετ’ ολίγον συνηθροισμέναι κύκλω της Μητρός οι θυγατέρες της Εκκλησίες εν εσθήτι
αστραπτούση εκ της παλαιάς και προσφάτου δοκιμασίας της. Η οικογένεια συγκαλείται εις Πανορθοδόξους Διασκέψεις, οι
οποίες είναι το φυσικό όργανο εκδηλώσεως της θελήσεως των κατά τόπους Εκκλησιών και αποτελούν καύχηση του πληρώματος, επειδή «Εκκλησία συστήματος και συνόδου εστίν όνομα» (Μ. Βασίλειος, PG 31, 189). Χαίρει ολόκληρος η
Ορθοδοξία, ιδιαιτέρως δε η Μητέρα, διότι παρά τας δυσχερείς πολιτικάς καταστάσεις, αι οποίαι δεν διευκολύνουν τόσον τις επαφές επί διεθνούς πεδίου μεταξύ των αύτοκεφάλων Εκκλησιών, και τας αντιδραστικάς φαντασιοπληξίας ενίων, με ομοφροσύνη και σύμπνοιαν αντιμετωπίσθησαν τά ορθούμενα προβλήματα και δεν εζητήθη παρ’ ουδενός άλλο τι, παρά ή προβολή της ορθοδόξου ημών πίστεως κα η ευστάθεια των εν Ανατολή και Δύση Αγίων Εκκλησιών. Με ανατάσεις ιερές και κατάνυξη είδε ο ορθόδοξος κόσμος την Εκκλησία του, να ζει και πάλι το θαύμα της Πεντηκοστής και να επαληθεύει ότι «Μία Εκκλησία νυν η Χριστού, καν εκ διαφόρων τόπων προσαγορεύηται, επειδή εις λαός πάντες οι εις Χριστόν ηλπικότες» (Μ. Βασίλειος, PG 32, 629). Μία Εκκλησία κλειστή εις εαυτήν δεν είναι Εκκλησία Χριστού, διότι αναιρεί την έννοιά της. Η μία Εκκλησία στηρίζεται επί της άλλης και στηρίζουσα την άλλη στηρίζεται και αυτή η ιδία. Αυτήν την συνεργασία και εσωτερική αλληλεγγύη του μυστικού σώματος του Χριστού κατ’ εξοχήν ενισχύει η επιχειρούμενη αναβίωση του οικουμενικού συνοδικού πνεύματος.
Η κίνηση των Πανορθοδόξων Διασκέψεων, οι επαφές κατά τις επισκέψεις των προκαθημένων των Εκκλησιών, τα Συνέδρια και τους εορτασμούς, ή διά συνοδικών γραμμάτων ανταλλαγή απόψεων και εμπειρίας, οι πολλαπλἐς εκδόσεις και δημοσιεύσεις ενίσχυσαν τα αδελφικά αισθήματα, ανέπτυξαν αμοιβαία κατανόηση και διέλυσαν τις τυχόν διαφωνίες ή τους ενδοιασμούς και μας έκαμαν προ πάντων να εννοήσωμεν ότι «ποτέ δεν είμεθα μόνον ημείς η Ορθοδοξία. Τοιουτοτρόπως η εκκλησιαστική συνείδηση των Ορθοδόξων ανήλθεν σε περιωπή και οι μη ορθόδοξοι αδελφοί μας άντλησαν παράδειγμα αποστολικής ενότητος και ομοφωνίας, υπό συνθήκες πνευματικής ελευθερίας και εξωτερικής ανεξαρτησίας, των κατά τόπους Εκκλησιών.
Ας ενθυμούμεθα τους παραινετικούς λόγους του κλεινού εκείνου πατριάρχου, του ιερού. Φωτίου του Α': «Χριστού πάντες και εσμέν και καλούμεθα. Χριστός υπέρ ημών εσταυρώθη, ίνα τους μακράν και τους πόρρω διεστώτας ενοποιήσει εις εν βάπτισμα και μία πίστη καί μίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν θεοπρεπώς συστησάμενος. Τούτο της Χριστού προς ανθρώπους επιδημίας το κεφαλαιον. Τούτο της άκρας εκείνης και αφάτου κενώσεως το κατόρθωμα». (Ομιλ. κατά αιρέσεων, 5)».( Περ. «Ορθοδόξος Παρουσία» τον Απρίλιο του 1964 (σσ. 108-111).
Πέρασε μισός αιώνας από τότε που αυτά τα έγραψα. Έζησα εκ του πλησίον τα εκκλησιαστικά γεγονότα των Διασκέψεων και γνώρισα πολλά πρόσωπα και νοοτροπίες. Μελέτησα πηγές και ερεύνησα παρασκήνια. Πολλοί διαπρεπείς ιεράρχες και θεολόγοι με τίμησαν με φιλία και με την εμπιστοσύνη τους. Διάβασα τα ό,σα έγραψαν οι προ εμού γνώστες των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Εντρύφησα ιδιαίτερα στα Πρακτικά διαφόρων Συνόδων και στη Πατερική κληρονομία μας. Είχα πολλούς μαθητές, ακροατές και αναγνώστες και γνώρισα στην όλη σταδιοδρομία μου και πολλούς εντυγχάνοντες που με νεοπαγείς ανιστόρητες αλλά και ασεβέστατες και αυθαδέστατες θεωρίες, ενδεδυμένες δυστυχώς και με συνοδικό ένδυμα, με μανιακό πάθος κατακρίσεως στρατεύθηκαν για να διασαλεύουν φανερά και κρυφά το πνευματικό κύρος της ενοποιού Αποστολικής θεσμικής Πηγής της Ευσεβείας τους διαστρέφοντας την όλη έκταση του Πρωτείου Τιμής του «Πρώτου» της Μητρός Ἐκκλησίας. Αρνούνται πως όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Μέσης Ἀνατολῆς διασώθηκαν κατά την οθωμανική περίοδο από την Μητέρα Εκκλησία. Άς ανοίξουν τα δημοσιευθέντα έγγραφα του Πατριαρχικού Αρχείου από τον διαπρεπή κανονολόγο μετὰ Καισαρείας Καλλίνικο Δεληκάνη για να μάθουν συγκλονιστικές λεπτομέρειες π.χ. πως διασώθηκε ο Θρόνος της Αντιόχειας από την εσωτερική του διαίρεση και την απορρόφησή του από τους Μελχίτες. Ξεχνούν ότι από την Ευσεβή Πηγή της Κων/πόλεως όλες οι τοπικές Εκκλησίες της Ανατολικῆς Ευρώπης έλαβαν εκκλησιολογική υπόσταση από τους Οικουμενικούς Πατριάρχες της Μητρός Εκκλησίες. Οι Μοσχοβίτες ξχνούν τη ρητή υπόσχεση που έδωσε ο Μόσχας Ιώβ ενώπιον των Πατριαρχών για απόλυτο σεβασμό του Αποστολικού Θεσμικού Κέντρου των Ορθοδόξων για να λάβει τη πατριαρχκή αξία.
Η συνερχόμενη Γενική Σύνοδος δεν μπορεί να αμφισβητήσει την τάξη των Διπτύχων της Εκκλησίας που καθιέρωσαν Οικουμενικἐς Σύνοδοι, ούτε να δεχθεί να προσβηθεί η μνήμη όσων διαπρεπών αρχιερέων και καθηγητών κοπίασαν σε τόσες Πανορθόδοξες Διασκέψεις για να συντάξουν τις εισηγήσεις τους για τη Σύνοδο. Το θέμα της υποκλοπής της αξίας της Μητροπόλεως του Κιέβου και του λαού της Μολδοβλαχίας παραμένει ανοικτό.... Η Εκκλησία που υφίσταται δύο χιλιάδες χρόνια έχει συνέπεια στο παρελθόν της που το στήριξε ο Παράκλητος. Αν οι ενιστάμενοι προς τη Σύνοδο δημιουργούν προβλήματα για να διαιωνίζουν τις προσβολές τους, ας θυμηθούν τι συνέβη στη Σύνοδο της Ελβίρας στην Ισπανία (300-306) όταν οι συζητήσεις εξετράπηκαν ακραίες αποφάσεις ὀπως ήταν η εμπάθεια κατά των τότε «αιρετικών». Τότε ένας άσημος αλλά ευσεβής επίσκοπος με συνείδηση φρονήσεως, χωρίς να είναι «γλάστρα», όπως είπαν κάποιοι ελλαδικοί επίσκοποι με «ψιλό» αίσθημα συνοδικής ευθύνης, σηκώθηκε όρθιος και ζήτησε απόλυτη Σιωπή.
Και μόλις το πέτυχε τους δείχνει ένα πτηνό που στεκόταν στους δοκούς της στέγης της βασιλικής και τους φώναξε: Silenctio, Silentio: «Το Άγιον Πνεύμα όχι με τη μορφή της Περιστεράς, αλλά σάν Κουκοβάγια»! Τότε όλοι κατάλαβαν το λάθος τους και επανήλθε η συνοδική φρόνηση στους ατακτούντες. Ευχόμεθα οι αντισυνοδικές κουκουβάγιες να πάρουν το μάθημά τους και να πρυτανεύσει στη Γενική Σύνοδο της Κρήτης η αποφασιστικότητα των Πατριαρχών της Μεγάλης Συνόδου του 1872, αφού και η σύναξη αυτή είναι Χριστοθέλητη.

 AME